Αρχείο κατηγορίας Ιστορία

Οι άγνωστοι Καθολικοί της Σάμου

Η σύντομη ιστορία

Τα ημερολόγια θα έγραφαν «Έτος 1900» όταν τρεις Γάλλοι καθολικοί μοναχοί της

Ιεραποστολής της Αφρικής θα φτάσουν για πρώτη φορά στη Σάμο. Λίγο αργότερα, οι Λευκοί Πατέρες όπως ονομάζονταν, θα ιδρύσουν στο Βαθύ της Σάμου τη μοναστική τους κοινότητα και την ενορία τους. O Καθολικός Ναός Μεταστάσεως της Θεοτόκου, η «Φραγκοκλησιά» θα εξυπηρετήσει στις αρχές του 1900 μία μικρή κοινότητα καθολικών η οποία θα αριθμεί περίπου 80 άτομα. Με την πάροδο των ετών, η κοινότητα των καθολικών θα αρχίσει να ανθίζει λόγω των εμπορικών συνδέσμων και των προξενείων καθολικού δόγματος που φιλοξενεί το νησί.

Στις 19 Μαρτίου του 1901, θα ανοίξει τις πόρτες της η Γαλλική Σχολή Καλογραιών του Αγίου Ιωσήφ (Saint Joseph), παράρτημα Σάμου. Μέχρι και την παύση της λειτουργίας τους, στις 28 Ιουνίου 1971, οι Καλόγριες του Αγίου Ιωσήφ θα φιλοξενήσουν και θα προσφέρουν υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης σε εκατοντάδες παιδιά από τις πόλεις και τα χωριά της Σάμου, των υπολοίπων νησιών του Αιγαίου αλλά και της Αθήνας. Γνωστές για το φιλανθρωπικό τους έργο σε όλους τους ανθρώπους χωρίς να κάνουν διακρίσεις, θα προσφέρουν μεγάλη ανακούφιση στα παιδιά των Αρμενίων προσφύγων το 1920 αλλά και σε όλους τους κατοίκους του νησιού κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η ζωή για την Καθολική Ενορία θα συνεχιστεί μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οι μοναχοί θα αγοράσουν μεγάλες εκτάσεις γης έτσι ώστε να δημιουργήσουν το καθολικό νεκροταφείο, το παρεκκλήσι του αλλά και να καλλιεργήσουν αμπέλια για την παραγωγή ειδικού οίνου για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.

Το 1970, ο τελευταίος Γάλλος μοναχός, Φραγκίσκος Γκαγιού θα επιστρέψει οριστικά στη Γαλλία και λίγο πριν φύγει θα προχωρήσει στην πώληση της ιδιοκτησίας της μοναστικής κοινότητας σε δύο οικογένειες της Σάμου. Έκτοτε, στην καθολική ενορία θα ανήκει μόνο το κύριο κτίσμα που στεγάζει τον ναό και μία σοφίτα. Ο Καγιού θα τιμηθεί από τον Δήμο Βαθέως για την προσφορά του και τις υπηρεσίες του στην τοπική κοινωνία. Τον μοναχό θα ακολουθήσουν οι Καλόγριες και το οριστικό (όπως φαινόταν) τέλος της καθολικής κοινότητας του νησιού.

Οι Σαμιώτες θα αποχαιρετήσουν με μεγάλη λύπη τον μοναχό και τις καλόγριες γνωρίζοντας ότι αυτό σήμαινε το τέλος μίας πλούσιας πολιτιστικής και ανεκτικής κοινωνίας η οποία έφερε μεγάλη πνευματική εξέλιξη στον τόπο.

«Μέχρι και σήμερα, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συγκινούνται όταν θυμούνται τον αποχαιρετισμό με τις καλόγριες ή νοσταλγούν την καθημερινότητα του τότε όταν περνούν έξω από την καθολική εκκλησία»αναφέρει ο σημερινός υποδιάκονος της καθολικής ενορίας Σάμου, Μάριος Φώσκολος που μας βοήθησε στην έρευνα για την καθολική ενορία και κοινότητα της Σάμου.

Η αναβίωση και το μέλλον της κοινότητας

Ο ναός ανακαινίζεται το 2000 δίνοντας μία νέα ελπίδα στην καθολική κοινότητα αλλά και στο ίδιο το νησί. To 2017 βρίσκει την κοινότητα των καθολικών να αριθμεί περίπου 200 άτομα όλων των ηλικιών.

«Συνεχώς βρίσκουμε νέους ανθρώπους που δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχαν και δεν ήταν πουθενά καταγεγραμμένοι», αναφέρει ο Μάριος Φώσκολος.

Χαρακτηριστικό της καθολικής κοινότητας του νησιού είναι ότι δεν αποτελείται αποκλειστικά από Έλληνες αλλά έχει ένα τεράστιο ποσοστό Ιταλών, Πολωνών, Βέλγων, Αλβανών αλλά και άλλων εθνικοτήτων. Πρόσφατα, η Σάμος θα υποδεχτεί 45 περίπου καθολικούς γαλλόφωνους πρόσφυγες από μέρη όπως Καμερούν, Κονγκό και κράτη της Βορείου Αφρικής.

«Με τις προσφυγικές ροές το ποίμνιο μας αυξήθηκε και καλούμαστε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες του και να σταθούμε δίπλα του. Στόχος μας είναι να αγκαλιάσουμε τους πρόσφυγες και να τους ενσωματώσουμε στην κοινότητα μας. Η λειτουργία συνεχίζει να γίνεται στα ελληνικά σύμφωνα με τους κανονισμούς της Δεύτερης Βατικανής Συνόδου όπου καταργούνται τα λατινικά και η λειτουργία γίνεται στη γλώσσα της κάθε χώρας. Τους δίνουμε όμως τη δυνατότητα να ψάλλουν ορισμένους ύμνους και να διαβάσουν κάποια αναγνώσματα στα γαλλικά έτσι ώστε να νιώσουν οικεία και πλήρως ενταγμένοι.»

Στη Σάμο οι οικογένειες καθολικών είναι διάσπαρτες στο νησί. Υπάρχουν οικογένειες σε όλα τα μέρη, στο Βαθύ, στο Καρλόβασι, στον Πλάτανο ή στον Μαραθόκαμπο. Σε αντίθεση με τις άλλες εθνικότητες καθολικού δόγματος, οι Έλληνες καθολικοί της Σάμου κάνουν μεικτούς γάμους με ορθοδόξους χωρίς να υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα.

«Η καθολική κοινότητα της Σάμου έχει το ευτύχημα να αποτελείται από όλες τις ηλικίες και κυρίως από νέες ηλικίες. Μπορεί όλα τα μέλη της να μην είναι εξαιρετικά ενεργά αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα ανακοπεί η αισιόδοξη πορεία της. Μάλιστα υπάρχει ένας νέος Σαμιώτης ο οποίος βρίσκεται στο δεύτερο έτος του ιεροσπουδαστηρίου χωρίς βέβαια να γνωρίζουμε εάν θα επιστρέψει. Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε ότι το μέλλον είναι ελπιδοφόρο.»

Άρατε πύλας

«Είχε έρθει η στιγμή να αλλάξει η νοοτροπία ότι η καθολική εκκλησία είναι κλειστή και απόμακρη. Έπρεπε πλέον να είναι ανοιχτή στον κόσμο, να φύγει ο φόβος και να την αγκαλιάσει ξανά η τοπική κοινωνία. Ερχόμενος εδώ από το νησί της Τήνου σκέφτηκα ότι η ενορία πρέπει να γίνει ξανά μέρος της ζωής του νησιού.»

Tα τελευταία χρόνια, η καθολική ενορία είναι ανοιχτή για το κοινό σχεδόν όλη την ημέρα. Ο ιερέας έρχεται δύο φορές τον μήνα για τη λειτουργία ενώ γίνονται ορισμένες ακολουθίες έτσι ώστε να εμψυχώνεται η κοινότητα. Τη Μεγάλη Εβδομάδα πραγματοποιήθηκαν δύο συναυλίες εκκλησιαστικής μουσικής με έργα Bach, Mozart, Betthoven, πασχαλινά εγκώμια κ.α. από τη Χορωδία «ΗΔΥΛΗ» και τη Φιλαρμονική «ΒΑΘΥΛΛΟΣ».

«Η εκκλησία ήταν γεμάτη και τις δύο ημέρες των συναυλιών. Εάν είχαμε συναυλίες για μία εβδομάδα, είμαι βέβαιος ότι θα ήταν γεμάτη όλες τις ημέρες. Με τις συναυλίες υπήρχε μία αναγνωρισιμότητα για την ύπαρξη και το έργο της ενορίας. Παρόλα αυτά, υπάρχει ακόμα πολύς κόσμος που δεν γνωρίζει για εμάς και προσπαθούμε να το γνωστοποιήσουμε το έργο μας μέσω των δημοσιογραφικών δικτύων της Σάμου.»

Το «δύσκολο» φιλανθρωπικό έργο

«Προσπαθούμε να βρούμε λύσεις και πόρους καθώς καθημερινά μας χτυπάνε την πόρτα. Στόχος μας είναι να απαλύνουμε τον πόνο του κάθε ανθρώπου. Δυστυχώς οι δυνατότητες μας είναι ακόμα πολύ μικρές σε σχέση με τον αριθμό των ανθρώπων που έχουν ανάγκη και ψάχνουμε συνεχώς λύσεις.»

Με τη βοήθεια της Κάριτας της παγκόσμιας φιλανθρωπικής οργάνωσης της Καθολικής Εκκλησίας, η Καθολική Ενορία της Σάμου προσπαθεί να αυξήσει τον αριθμό οικογενειών (Ελλήνων αλλά και προσφύγων) που στηρίζει οικονομικά. Η συνεργασία με τις καθολικές ενορίες των υπολοίπων νησιών έχει βοηθήσει σε σημαντικό βαθμό το φιλανθρωπικό έργο στη Σάμο.

«Υπήρξαν αιτήματα για βοήθεια κυρίως στο προσφυγικό ζήτημα τα οποία δεν ήμασταν σε θέση να καλύψουμε δυστυχώς. Για αυτό απευθυνθήκαμε σε άλλες ενορίες όπως στην ενορία της Τήνου με την οποία έχουμε συνεργασία σε θέματα φιλανθρωπίας. Γενικά με όλες τις καθολικές ενορίες και επισκοπές των υπολοίπων νησιών έχουμε δημιουργήσει πολύ καλές σχέσεις και μία άριστη συνεργασία και αλληλοβοήθεια.»

Κλείνοντας την πόρτα στην ιστορία της Καθολικής Ενορίας της Σάμου στις 09.30 το βράδυ, ο κ. Φώσκολος ένα πράγμα ζήτησε να θυμόμαστε:

«Η Καθολική Ενορία της Σάμου αποτελεί ένα στολίδι για το νησί. Πολλοί συγκινούνται στην ανάμνηση μίας εύρωστης καθολικής κοινότητας και ενορίας. Πλέον η πρόσοψη είναι έτοιμη να καταρρεύσει και τίποτα δεν θυμίζει την αίγλη του παρελθόντος. Δυστυχώς, το κτήριο δεν ανήκει στην καθολική ενορία μετά το 1970 αλλά σε ιδιώτες και θα θέλαμε να τονίσουμε την ανάγκη επισκευής του έτσι ώστε να μη χάσει η Σάμος κάτι τόσο πολύτιμο για την ιστορία της.»

Γεωργία Γλεούδη

Θρησκειολόγος, Απόφοιτος Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου

ΠΗΓΗ:   huffingtonpost.gr

Ανακαλύπτοντας τα χωριά της Τήνου…

Ανακαλύπτοντας τα χωριά της Τήνου.

Ο Ιερός Ναός Της Ευαγγελιστρίας Τήνου και η ιστορία του…!

Πηγη fragkiska.com

Το Ενετικό Μουσείο Domus Ντελλαρόκα – Μπαρότση δεν μένει πια… εδώ

«Με το που θα κάνεις τα πρώτα βήματα στο μουσείο, αμέσως ταξιδεύεις σε μια άλλη εποχή. Ένας πολύ όμορφος και καλοδιατηρημένος χώρος. Μας έδωσαν φυλλάδιο με επεξηγήσεις για τα αντικείμενα και στο τέλος μας κέρασαν και ρακόμελο. Επίσης η θέα από τα παράθυρα του μουσείου είναι εξαιρετική. Η επίσκεψη έγινε βραδινή ώρα και η φωτισμένη χώρα ήταν μαγεία». Κριτική επισκέπτη του Ενετικού μουσείου Domus Ντελλαρόκα-Μπαρότση στο κάστρο της Χώρας Νάξου… Μία από τις χιλιάδες που βρίσκονται στο διαδίκτυο… Και με το συγκεκριμένο μουσείο να αποτελεί ίσως το πιο ζωντανό κύτταρο τα τελευταία χρόνια στο Κάστρο… Κι όμως εδώ και μερικές εβδομάδες είναι κλειστό. Ο λόγος; Οικογενειακές υποθέσεις καθότι ιδιωτική επιχείρηση. Όμως, η Νάξος δεν έχει την πολυτέλεια να χάνει αυτού τους είδους τις πολιτιστικές δράσεις…

Το οφείλει στον εαυτό της… Και την περασμένη Δευτέρα για πρώτη φορά στο Δημοτικό Συμβούλιο Νάξου και Μικρών Κυκλάδων μετά από εισήγηση του Δημάρχου κου Μαργαρίτη σημείωσε ότι «Θα αναφερθώ σήμερα στο κλείσιμο του ιστορικού ενετικού μουσείου με την επωνυμία Domus Ντελλαρόκα-Μπαρότση. Όλοι ξέρουμε το μουσείο αυτό το οποίο βρίσκεται πάνω στο κάστρο της Χώρας Νάξου και το οποίο (αυτό μουσείο) κάθε χρόνο εκτός από την μεγάλη επισκεψιμότητα που έχει κάνει και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Είναι πραγματικά ένας πυρήνας πολιτισμού. Για δικούς τους λόγους, οι συγγενείς ερίζουν για το μουσείο και βρίσκονται στα δικαστήρια. Αυτό έχει ως συνέπεια το μουσείο να οδηγείται σε κλείσιμο.

Η καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου-Άνδρου-Τήνου-Μυκόνου μας έχει στείλει κάποια επιστολή και μας ζητά να εκδώσουμε κάποια απόφαση δική μας για να δείξουμε την αξία που έχει αυτό το μουσείο. Μας γράφει, συγκεκριμένα:

 «Προς δήμαρχο και δημοτικό συμβούλιο: Αξιότιμοι κύριοι, γράφει ο Αρχιεπίσκοπος κύριος Νικόλαος, με λύπη πληροφορηθήκαμε ότι το Ενετικό Μουσείο Domus Ντελλαρόκα-Μπαρότση έκλεισε τις πόρτες του και κινδυνεύει να στερηθεί το νησί μας από ένα τόσο γνωστό διεθνώς κέντρο προβολής της πολιτιστικής κληρονομιάς της Νάξου και όχι μόνο.

Δεν είναι της δικής μας αρμοδιότητας να εξετάσουμε τους λόγους αυτής της ενδεχόμενης απώλειας ενός φορέα ο οποίος έχει σκοπό να προβάλλει όχι μόνο το ιστορικό κάστρο της Νάξου, αλλά όλο το νησί και το ευρύτερο Αιγαίο. Αυτό γινόταν κατορθωτό χάρη στην ακάματη εργασία και την αγάπη για τον πολιτισμό του τόπου μας, Νικολάου Καραβία.

Γνωρίζουμε την αγάπη και την φροντίδα σας για τον πολιτισμό και τα πολιτιστικά δρώμενα στο ιστορικό νησί της Νάξου το οποίο κατακλύζεται από ένα συνεχώς αυξανόμενο αριθμό επισκεπτών που λατρεύουν την ιστορία και τον πολιτισμό του πάλαι ποτέ Δουκάτου και σήμερα πρωτοποριακού Δήμου μας. Γι’ αυτό και απευθύνομαι στην τοπική κυβέρνηση της Νάξου και των Μικρών Κυκλάδων, κάνοντας έκκληση να καταβληθούν όλες οι απαραίτητες προσπάθειες και να ληφθούν οι πρωτοβουλίες εκείνες που θα συμβάλλουν στο να μη στερηθεί το νησί μας από τον φυλασσόμενο με τόση φροντίδα θησαυρό: το ιστορικό Ενετικό Μουσείο Domus Ντελλαρόκα-Μπαρότση και να συνεχιστούν οι πολλαπλές πολύμορφες εκδηλώσεις εκ μέρους του αξιέπαινου φύλακα και λάτρη της ιστορίας του χτες και της προβολής του σήμερα, κυρίου Καραβία. Σας ευχαριστώ για την ιδιαίτερη προσοχή σας στην παρούσα παράκλησή μου. Με εξαιρετική τιμή Αρχιεπίσκοπος, Νικόλαος».

Και στη συνέχεια πρόσθεσε ο κος Μαργαρίτης ότι «Εγώ από την πλευρά μου, κύριοι συνάδελφοι, έχω να πω ότι το μουσείο αυτό προσέφερε επί σειρά ετών στον πολιτισμό του νησιού μας τεράστια –να χρησιμοποιήσω την λέξη κέρδη- στον πολιτισμό μας. Και θα ήθελα να ζητήσω, χωρίς να υπεισέρχομαι στις διαφορές και στα δικαστικά θέματα, την με οποιοδήποτε τρόπο συνέχιση της λειτουργίας αυτού του πολιτιστικού κέντρου που λειτουργούσε μέχρι τώρα στο νησί. Εμείς δεν μπαίνουμε στα προσωπικά θέματα και στις αδελφικές διενέξεις για το κτήριο. Εμείς, υποστηρίζουμε και βεβαίως αναδεικνύουμε την λειτουργία του μουσείου που έχει συμβάλλει τα μέγιστα στον πολιτισμό και στην εν γένει προβολή της Νάξου στον τομέα αυτόν και του Δήμου μας ευρύτερα, μέλος του οπίου αποτελεί και το νησί μας. Το διευκρινίζουμε αυτό.

Λοιπόν: Συμφωνούμε να βγει ψήφισμα που να υποστηρίζει την αναγκαιότητα της λειτουργίας του μουσείου. Εμείς, θέλουμε τη συνέχιση της λειτουργίας του μουσείου. Εκεί ή σε κάποιο άλλο κτήριο. Δεν επιθυμούμε το κλείσιμο του μουσείου». Και είχαμε την ομόφωνη απόφαση από το Δημοτικό Συμβούλιο…

Από εκεί και πέρα, ο χώρος είναι άδειος… Πριν από δέκα περίπου ημέρες ο κος Νίκος Καραβίας πήρε και τα τελευταία αντικείμενα και πλέον έχει μεταφέρει τις πολιτιστικές δραστηριότητες στον Αγιο Προκόπιο για την καλοκαιρινή σεζόν.. Όμως, οι χώροι του Μουσείου είναι άδειοι. Και φωνάζουν… Ζητούν και πάλι την ενεργοποίηση του…

Ιστορία

Ο πύργος Della Rocca-Barozzi βρίσκεται στην βορινή είσοδο του Κάστρου της Νάξου, τη λεγόμενη «Τρανή» Πύλη, δεξιά όπως εισερχόμαστε. Κτίστηκε στις αρχές του 13ου αιώνα από τους Ενετούς, κυρίαρχους τότε της Νάξου και των Κυκλάδων και επισκευάστηκε το 1694 από τον σταυροφόρο Sforza Castri όπως είναι γραμμένο με επιγραφή στο Κύριο Δωμάτιο του Πύργου. Οι τοίχοι του Πύργου (φάρδους 6 μ. στην βάση και 1,65 μ. στην κορυφή) είναι λιθόκτιστοι. Τα υλικά που κυρίως έχουν χρησιμοποιηθεί είναι μαρμάρινοι και γρανιτένιοι ογκόλιθοι που προέρχονται κατά μεγάλο μέρος από ερείπια αρχαιοελληνικών και βυζαντινών κτηρίων. Ο Πύργος αποτελείται από τον κυρίως όροφο (σαλόνι, υπνοδωμάτια, τραπεζαρία, κουζίνα, βιβλιοθήκη παρεκκλήσι) και υπόγεια ανεπτυγμένα σε τέσσερα επίπεδα.

Στις μέρες μας, ένα από τα μέλη της οικογένειας, ο κ. Νίκος Καραβίας (μαζί με τους συνεργάτες του), ξεναγεί με πολύ χαρισματικό τρόπο τον επισκέπτη στα πολυάριθμα δωμάτια του σπιτιού όπου στεγάζονται έπιπλα και χρηστικά αντικείμενα των χρόνων της ακμής του, όπως επίσης και φορεσιές, όπλα αλλά και πίνακες που απεικονίζουν τον τρόπο ζωής των ευγενών σε προηγούμενους αιώνες.  Άξιες λόγου είναι επίσης και οι μουσικές εκδηλώσεις (τζαζ, κλασικής κιθάρας, πιάνου, κ.ά.), που πραγματοποιούνται στους χώρους του αρχοντικού από τον Απρίλιο έως και τον Οκτώβριο, στις οποίες μεταξύ των άλλων συμμετέχουν και ντόπιοι καλλιτέχνες.

Και όπως διαβάζουμε ακόμη στο διαδίκτυο «Καθώς περάσαμε την πόρτα του μουσείου, αμέσως περάσαμε και σε μια άλλη εποχή. Και περπατούσαμε από το ένα δωμάτιο στο άλλο και παρατηρούσαμε ότι τα πάντα ήταν τοποθετημένα με προσοχή κι επιμέλεια, πιστέψαμε πολλές φορές πως θα δούμε και τους παλιούς ένοικους να ξεπροβάλλουν από κάποια γωνιά, αφού όλα έμοιαζαν σαν να τα είχαν αφήσει εκεί και τους περίμεναν… Πολύ όμορφος χώρος!!!

Με πληροφορίες από την εφημερίδα «Κυκλαδική»

Πηγη naxospress.gr

O NAOΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΙΣΚΑΝΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ

Γραφει ο Δρ.Αιμίλιος Δασύρας

                                            Πρόεδρος, »Ομοσπονδία Συνδέσμων Ελλήνων Καθολικών»

Ενα απο τα ιστορικά-θρησκευτικά μνημεία των Χανίων ειναι καο ο Ναός με την Μονή του Αγίου Φραγκίσκου,των Φραγκισκανών Μοναχών. Βρίσκεται στην οδό Χάληδων και ειναι ο μεγαλύτερος Ενετικός Καθολικός Ναός της πόλης μας, ο οποίος χτίστηκε στις αρχές του 14ου αιώνα. Απέναντι απο τον Ναό του Αγίου Φραγκίσκου υπάρχει, πάντα σε ολα τα μερη του κόσμου, ο ναός της Αγίας Κλάρας,η οποία ηταν μια απο τις πιστές μαθήτριές του Αγ.Φραγκίσκου και η οποία ιδρυσε το »Τάγμα των Φραγκισκανισών καλογραιών» , » Le Monache Clarisse» , oπως τις ονομάζουν μέχρι σήμερα. Ο ναός της Αγ.Κλάρας δεν υπάρχει σήμερα, καταστραφηκε απο τους βομβαρδισμούς στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπως καταστράφηκαν και αλλα μικρά παρεκκλήσια που υπήρχαν στην περιοχή και διακρίνονται στον Ενετικό Χάρτη.

Ο Ναός του »Φτωχούλη του Θεού» ,οπως ειχε ονομασει ο Νίκος Καζαντζάκης τον Αγιο Φραγκίσκο, εχει υποστεί πολλές αλλαγές και περιπέτειες κατά το »Διάβα των Αιώνων».

  1. Στις αρχές του 14ου αιώνα χτίστηκε ο Ναός και η Μονή των Φραγκισκανών Μοναχών απο τούς Ενετούς και λειτούργησε ως Καθολικός Ναός μεχρι στα 1645.
  2. Οταν τα Χανια πέφτουν στις ορδές των Οθωμανών, οι τουρκοι μετατρέπουν τον Ναό σε Τέμενος με την ονομασία » Γιουσούφ Πασά Τζαμισί ».

3.Με την ανταλλαγη των πληθυσμών και την αναχώρηση των τούρκων, περιπου στα 1924, μετατρέπεται σε κινηματογράφο με την ονομασία » Ιδαίον Αντρον  », του επιχειρηματία Σπανδάγου.

  1. Στη συνέχεια γίνεται » Κοσμικό κεντρο διασκέδασης »,  »Cafe’  Sntan» γυρω στα 1930.
  2. Kατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί το μετέτρεψαν σε φυλακές οπου ειχαν βαλει Ρώσους αιχμαλώτους πολέμου. Ο παππούς μου και ο πατέρας μου, μου διηγόντουσαν οτι μόλις βράδυαζε πήγαιναν κρυφά και κατω απο την σιδερενια πόρτα που υπήρχε στην εισοδο,εβαζαν για τους αιχμαλώτους οτι μπορούσαν, απο ψωμι,ελιες,τσιγαρα. Ο Γερμανός σκοπός φύλαγε στην παρακατω στοά που υπάρχει επί της οδού Χάληδων και ετσι δεν γινόντουσαν αντιληπτοί.
  3. Μετά τον πόλεμο μετατράπηκε σε αποθήκη στρατιωτικού υλικού. Τα στρατιωτικά οχήματα μπαινόβγαιναν για να φορτωσουν και η εισοδος εκλεινε με μια τεράστια σιδερένια πόρτα συρόμενη σε ραγες.
  4. Αποθήκη υλικου πολέμου παρέμεινε εως το 1963. Τοτε μεταφέρθηκε εκει το Αρχαιολογικό Μουσείο ,από το » Γιαλί Τζαμισί » ( στο Συντριβάνι ) οπου στεγαζόταν.

Μέχρι και σήμερα παραμένει το Αρχαιολογικό Μουσείο των Χανίων.

Πόσες περιπέτειες και ταλαιπωρίες δεν πέρασε ο Ναός του  »Φτωχούλη του Θεού » , τόσες οσες  και ολη Του η Ζωή, που ηταν μία Ανθρωπινη ταλαιπωρία και αγωνία στην αναζήτηση του Θείου.

Αιμιλιος Δασυρας

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

1, Χαρτης Ενετικός οπου διακρίνεται η οδος (σημερα) Χάληδων , ο Ναός και Μονη του Αγ.Φραγκισκου (αριστερά) και απέναντι ο Ναός της Αγιας Κλάρας.

2.3. Το εσωτερικό σημερα του Ναού,ως Αρχαιολογικό Μουσείο.

  1. Το εξωτερικό του Ναού επι της οδού Χάληδων.

Νικητής ο Πάπας Φραγκίσκος στην κόντρα με τους Ιππότες της Μάλτας για τα προφυλακτικά

Η Ιστοριά των Ιωαννιτών Ιπποτών

Ιωαννίτες Ιππότες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ιωαννίτες Ιππότες
Cross of the Knights Hospitaller.svg

Σταυρός του τάγματος τον 14ο αιώνα
Ενεργό 1099–σήμερα
Πίστη Ρωμαιοκαθολικισμός
Είδος Χριστιανικό στρατιωτικό τάγμα
Αρχηγείο Ιερουσαλήμ, αργότερα Ρόδος, Μάλτα, Ρώμη
Προστάτης Παναγία της Φιλερήμου
Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής
Χρώματα Μαύρος μανδύας με λευκό σταυρό
Eρυθρός μανδύας με λευκό σταυρό
Συμπλοκές Σταυροφορίες

Ιωαννίτες Ιππότες είναι η συνεκδοχική ονομασία του Ordo Hospitalis Sancti Johannis Hierosolymitani (λατιν., κατά λέξιν : «Τάγμα του Ξενοδοχείου του Αγίου Ιωάννη του Ιεροσολυμίτη), ενός ρωμαιοκαθολικού μοναχικού-ιπποτικού τάγματος, που ιδρύθηκε τον 12ο αιώνα στα πλαίσια της Α΄ Σταυροφορίας.

Οι καταβολές του Τάγματος ανάγονται στον 11ο αιώνα με την εγκατάσταση Αμαλφιτανών εμπόρων στην Ιερουσαλήμ και στην μετέπειτα ίδρυση ξενοδοχείων-νοσοκομείων στους Αγίους Τόπους. Όπως και οι Ναΐτες, ανέλαβε μετά την Α΄ Σταυροφορία και στρατιωτικό πέραν του ιατρικού του ρόλου, με πρώτη ευθύνη την περίθαλψη των αρρώστων προσκυνητών στα νοσοκομεία του Τάγματος κι έπειτα τον πόλεμο κατά των Σαρακηνών.

Το Τάγμα ιδρύθηκε με παπική βούλα το 1113. Έδρασε στους Αγίους Τόπους μέχρι την κατάλυση των σταυροφορικών κρατών και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Ρόδο (1309). Η πτώση των Ναϊτών (1314) ήταν ένας από τους παράγοντες που ενίσχυσαν τους Ιωαννίτες, οι οποίοι εξελίχθηκαν σε ναυτική δύναμη και προασπιστές της Χριστιανοσύνης απέναντι στους Μωαμεθανούς. Στην Ρόδο το Τάγμα αντιστάθηκε επιτυχώς στην πολιορκία του Μωάμεθ Β΄ και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1523 οπότε εκδιώχθηκε από τους Οθωμανούς. Το 1530 εγκαταστάθηκε στην Μάλτα. Από τις κορυφαίες στιγμές του Τάγματος ήταν η απόκρουση της Οθωμανικής επίθεσης το 1565 και η συμμετοχή του στην ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571.

Το 1798 ο στρατηγός Ναπολέων Βοναπάρτης κατέλαβε την Μάλτα και η εδαφική κυριαρχία του Τάγματος καταλύθηκε. Οι ιππότες διασκορπίστηκαν και ο τσάρος της Ρωσίας Παύλος Α΄ ανέλαβε την προστασία ενός τμήματος του Τάγματος, το οποίο εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ρώμη το 1834 ασχολούμενο με φιλανθρωπικά έργα. Το Τάγμα μετεξελίχθηκε και υφίσταται πλέον ως Supremus Ordo Militaris Hospitalis Sancti Ioannis Hierosolymitani Rhodius et Melitensis (Κυρίαρχο Στρατιωτικό Τάγμα του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ, της Ρόδου και της Μάλτας).

Το όνομα

Ποικίλες είναι οι ονομασίες του Τάγματος. Στα Ελληνικά αναφέρεται ως Ιωαννίται, Τάγμα των Ιωαννιτών, Τάγμα του Αγίου Ιωάννου των Ιεροσολύμων, Ιππόται του Αγίου Ιωάννου των Ιεροσολύμων, Ιππόται της Μελίτης, Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ, Τάγμα του Αγίου Ιωάννου, Ιππότες της Ρόδου, Ιππότες της Μάλτας, Οσπιτάλιοι κλπ.

Στα Γαλλικά ως Ordre de Saint-Jean de Jérusalem, Les Hospitaliers de Malte,Les Hospitaliers, L’Ordre de Malte, Les Chevaliers de Malte κλπ.

Στα Γερμανικά Der Johanniter-Orden, Malteserorden

Στα Αγγλικά Hospitallers of St. John of Jerusalem, Knights of Malta, Order of St John of Jerusalem κλπ.

Ίδρυση και πρώιμη ιστορία

Το 600μ.Χ. ο αβάς Πρόβος διατάχθηκε από τον Πάπα Γρηγόριο τον Α’ να χτίσει ένα νοσοκομείο στην Ιερουσαλήμ για να φροντίζει τους Χριστιανούς προσκυνητές των Αγίων Τόπων.Το 800μ.Χ. ο αυτοκράτορας Καρλομάγνος επεξέτεινε το νοσοκομείο του Πρόβου και πρόσθεσε μία βιβλιοθήκη σε αυτό. Περίπου 200 χρόνια αργότερα ο χαλίφης Άλ Χακίμ κατέστρεψε το νοσοκομείο μαζί με άλλα 3.000 κτίρια της Ιερουσαλήμ. Το 1023 έμποροι από το Αμάλφι και το Σαλέρνο πήραν άδεια από τον χαλίφη Αλ-Ζαχίρ της Αιγύπτου να ξαναχτίσουν το νοσοκομείο στην Ιερουσαλήμ. Το νέο νοσοκομείο χτίστηκε στο σημείο που βρισκόταν το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και διακονούσαν σ’ αυτό Βενεδικτίνοι μοναχοί.

Το μοναστικό τάγμα ιδρύθηκε αμέσως μετά την Α’ Σταυροφορία και την ίδρυση των Σταυροφορικών κρατών από τον αδελφό Γεράρδο (γνωστό ως ο «Ευλογημένος»), του οποίου ο ιδρυτικός ρόλος επικυρώθηκε με Παπική Βούλα του Πάπα Πασχάλη Β’ το 1113.[1] Στον Γεράρδο δόθηκαν περιοχές και οικονομική βοήθεια για το τάγμα του στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Ο Γεράρδος έγινε πρώτος του μαγίστρος, ενώ ο πάπας διευκρίνισε πως με το θάνατο του τελευταίου τα μέλη του τάγματος θα επέλεγαν από μόνα τους το διάδοχό του[2]. Ο διάδοχος του Γεράρδου, Ραϋμόνδος ντε Πουί της Προβηγκίας, εγκατέστησε το πρώτο σημαντικό νοσοκομείο των Ιπποτών του Νοσοκομείου[3] κοντά στον Ναό της Αναστάσεως της Ιερουσαλήμ. Αρχικά, το Τάγμα περιέθαλπε προσκυνητές, αλλά σύντομα ανέλαβε και την αποστολή να τους παρέχει ένοπλη προστασία και συνοδεία και επί Ραϋμόνδου εξελίχθηκε σε υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη χωρίς να χάσει τον φιλανθρωπικό χαρακτήρα του.[3] Οι Ιωαννίτες και οι Ναΐτες (Ιππότες του Ναού, οι οποίοι συστάθηκαν το 1119), έγιναν τα πιο ισχυρά χριστιανικά τάγματα της περιοχής και κατάφεραν να διακριθούν σε αρκετές μάχες εναντίον των Μουσουλμάνων. Χαρακτηριστικός του τάγματος ήταν ο μαύρος μανδύας με τον άσπρο σταυρό, σε αντίθεση με τον άσπρο μανδύα και τον κόκκινο σταυρό των Ιπποτών του Ναού. Έμβλημά τους ήταν το γεράκι.

Το Τάγμα στους Αγίους Τόπους

Στα μέσα του 12ου αιώνα το τάγμα χωρίστηκε σε ένα πολεμικό τμήμα και ένα τμήμα που ασχολούνταν με την περίθαλψη των ασθενών και των τραυματισμένων. Ήταν, παράλληλα, και ένα θρησκευτικό τάγμα, στο οποίο είχαν δοθεί προνόμια από την παπική Έδρα. Για παράδειγμα, το τάγμα δεν αναγνώριζε κανενός είδους εξουσία πέρα (φυσικά) από την παπική, δεν πλήρωνε τον φόρο της δεκάτης και του επιτρεπόταν να διατηρεί δικά του θρησκευτικά κτίρια. Πολλά από τα πιο σημαντικά αμυντικά έργα (κάστρα κυρίως) των Αγίων Τόπων κτίστηκαν από τους Ιωαννίτες και τους Ιππότες του Ναού. Στην ακμή του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ οι Ιωαννίτες είχαν 7 οχυρά και 140 διάφορα άλλα κτήματα στην ευρύτερη περιοχή. Τα δύο μεγαλύτερα από αυτά, οι βάσεις της δύναμης τους στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ και στο Πριγκιπάτο της Αντιόχειας, ήταν το Κρακ των Ιπποτών και το Μαργκάτ.[3] Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ανέλαβε την προστασία του τάγματος σε ένα καταστατικό προνομίων που εξέδωσε το 1185. Οι Ιωαννίτες προέρχονταν από όλη την Ευρώπη αλλά κυρίως από την Γαλλία όπως και οι Ναΐτες. Οι Ιωαννίτες είχαν το ισχυρότερο ιππικό, δραστηριοποιούνταν σε όλη την Ευρώπη και δεν δίστασαν να αναμιχθούν στη διοίκηση του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ[4]

Στους Αγίους Τόπους το Τάγμα ακολούθησε την τύχη των Λατινικών Κρατών της Ανατολής και τη σταδιακή τους υποχώρηση προς τις ακτές της Μεσογείου. Το 1187 ο Σαλαντίν κατέλαβε οριστικά την Ιερουσαλήμ και οι Ιωαννίτες μετεγκαταστάθηκαν στον Άγιο Ιωάννη της Άκρας. Στις 28 Μαΐου 1291 οι Σταυροφόροι έχασαν την Άκρα έπειτα από αιματηρή μάχη στη διάρκεια της οποίας ο Μεγάλος Μαγίστρος Ζαν ντε Βιλιέ τραυματίστηκε σοβαρά. Οι Ναΐτες και οι Ιωαννίτες, με τις τελευταίες φραγκικές δυνάμεις, υποχρεώθηκαν τότε να εγκαταλείψουν τους Αγίους Τόπους. Οι Ιωαννίτες εγκαταστάθηκαν τό 1291 στο νησί της Κύπρου[5].

Οργάνωση και διοίκηση του Τάγματος

Μετά την αποχώρηση του Τάγματος από τους Αγίους Τόπους, η οργάνωσή του αποκρυσταλλώθηκε ως εξής :

  • επί κεφαλής ήταν ο ισόβια εκλεγμένος από τους ιππότες μέγας μάγιστρος, εγκατεστημένος στην Ρόδο ή στην Μάλτα και περιστοιχισμένος από το Ανώτατο Συμβούλιο, το οποίο ασκούσε αποφασιστική επιρροή.
  • το Τάγμα όλο διαιρούνταν σε οκτώ Γλώσσες (έθνη) : Αραγονίας, Ωβέρνης, Καστίλλης, Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας και Προβηγκίας.[6]. Κάθε Γλώσσα εξέλεγε ως αρχηγό των ιπποτών της που βρίσκονταν στην έδρα του Τάγματος -Ρόδο ή Μάλτα- έναν βαΐλο.
  • οι κτήσεις κάθε Γλώσσας στην Ευρώπη υποδιαιρούνταν σε Ηγουμενίες ή Μεγάλες Ηγουμενίες επί κεφαλής των οποίων ήταν ο πριόρης ή ο μέγας πριόρης (prieur ή grand prieur).
  • βασική διοικητική και οικονομική μονάδα των ιπποτών ήταν η Κομενταρία. Ο διοικητής της (κομεντόρης) διοριζόταν από τον πριόρη κατ’ εξουσιοδότησιν του μεγάλου μαγίστρου. Ήταν μια μεγάλη περιοχή με πύργο, εκκλησία, χωρικούς καλλιεργητές, ήταν δηλαδή ένα τιμάριο. Ορισμένες δίνονταν σαν προσωπικά τιμάρια σε αξιωματούχους του Τάγματος για διακεκριμένες υπηρεσίες.

Ο μέγας μάγιστρος και το Ανώτατο Συμβούλιο των Ιωαννιτών τον 14ο αιώνα

Από το 1205, οπότε έχουμε την πρώτη μνεία στους κανονισμούς του Τάγματος για στρατιωτική οργάνωση, τα μέλη του διακρίνονταν σε αδελφούς ιππότες, αδελφούς νοσηλευτές και αδελφούς ιερείς. Βασικό κριτήριο, ειδικά για τους ιππότες (οι οποίοι προορίζονταν για τα ανώτατα αξιώματα του Τάγματος), ήταν η αριστοκρατική καταγωγή.[7]

Το Τάγμα στην Κύπρο – Η μετεξέλιξή του σε ναυτική δύναμη

Οι κτήσεις των Ιωαννιτών στην Ανατολική Μεσόγειο(με μπλε)

Στην Κύπρο βασίλευε ο κατ’ όνομα πλέον βασιλιάς της Ιερουσαλήμ Ερρίκος Β΄ των Λουζινιάν, του οποίου την δυσπιστία κίνησαν οι Ιππότες αναμειγνυόμενοι στις δυναστικές υποθέσεις του νησιού.

Πλοίο του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ

Οι Ιωαννίτες αντιλήφθηκαν σύντομα ότι το νησί ήταν απροστάτευτο και εκτεθειμένο στις αλλεπάλληλες επιδρομές Αράβων κουρσάρων. Καθώς η κεντρική διοίκηση του Τάγματος είχε αρνηθεί την μετεγκατάσταση στην Ιταλία, ώστε να παραμένει πλησιέστερα στους Αγίους Τόπους, η επανάκτηση των οποίων είχε τεθεί ως στόχος για την Χριστιανοσύνη, έγινε εμφανής η ανάγκη εξοπλισμού ενός στόλου ικανού να υπερασπιστεί το νησί, αλλά και να επιτεθεί από θαλάσσης. Στους Αγίους Τόπους το Τάγμα όπλιζε μερικά πλοία τα οποία έδιναν τη δυνατότητα στα μέλη του Τάγματος να μετακινούνται, αλλά και να βοηθούν στις μετακινήσεις τους τους προσκυνητές. Ένας αριθμός από αυτά βρισκόταν στην Κύπρο, καθώς είχε μεταφέρει πρόσφυγες και τους αδερφούς από την Παλαιστίνη, μαζί με άλλα τα οποία προέρχονταν από την Ευρώπη ως τμήμα των υποχρεώσεων των κατά τόπους διοικήσεων προς την κεντρική αρχή του Τάγματος[8].

«Σύντομα ξεκίνησαν να βγαίνουν από τα διάφορα λιμάνια του νησιού αρκετά μικρά πλοία διαφόρων μεγεθών, τα οποία επέστρεφαν συχνά με αξιόλογα λάφυρα, που προέρχονταν από τους άπιστους κουρσάρους» καταγράφει ο ιστορικός του Τάγματος Τζάκομο Μπόζιο (1594-1602)[9]. Εγκατεστημένοι σε ένα νησί οι Ιππότες, δεν είχαν άλλον τρόπο να συνεχίσουν τον πόλεμο παρά να βγαίνουν στην θάλασσα, και οι ναυμαχίες τους παρείχαν τη δυνατότητα να αποκομίζουν μεγαλύτερα κέρδη σε βάρος του εχθρού. Ενόσω μουσουλμάνοι κουρσάροι περιδιάβαιναν τις θάλασσες για να απαγάγουν προσκυνητές, η δικαιολογία αυτή αποτελούσε εξαιρετική ευκαιρία για τους Ιωαννίτες ώστε να επιδοθούν στο κούρσος. Οι δύο αυτές νέες δραστηριότητες του Τάγματος, η ναυσιπλοΐα και το κούρσος, πρόσφεραν τη δυνατότητα απόκτησης νέας ισχύος[10].

Ο πάπας Κλήμης Ε΄ επέτρεψε το 1306 στον νέο μεγάλο μαγίστρο Φουλκ ντε Βιλαρέ (1305–1319) να οπλίσει στόλο χωρίς την προηγούμενη έγκριση του Ερρίκου Β΄, βασιλιά της Κύπρου. Το Τάγμα διέθετε τότε δύο γαλέρες, μία φούστα, ένα γαλιόνι και δύο δρόμωνες. Σε αυτή την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, οι πολύ απότομες και δυσπρόσιτες από την στεριά ακτές, και η ύπαρξη πολυάριθμων νησιών, παρείχαν πολλά κρησφύγετα για κάθε μορφής δραστηριότητα. Εκείνη την περίοδο το νησί της Ρόδου αποτελούσε σίγουρο ορμητήριο για όλες τις δραστηριότητες αυτές.[11].

Ιππότες της Ρόδου

Η αυξανόμενη ένταση των σχέσεων μεταξύ Ιωαννιτών και βασιλείου της Κύπρου οδήγησε το 1307 τους Ιππότες στην απόφαση να καταλάβουν το νησί της Ρόδου, το οποίο ανήκε στην Βυζαντινή αυτοκρατορία.[12] Ο μέγας μάγιστρος Γκιγιόμ ντε Βιγιαρέτ άρχισε το 1307 να καταστρώνει το σχέδιο και το 1309 ο ανεψιός και διάδοχός του Φούλκ ντε Βιγιαρέτ το εξετέλεσε με τη συνεργασία του διάσημου Γενοβέζου κουρσάρου Βινιόλο ντι Βινιόλι (Vignolo di Vignoli) που είχε κτήσεις και συμφέροντα στη περιοχή, και με την άδεια του Γάλλου βασιλιά και του πάπα. Σταδιακά τα επόμενα χρόνια οι Ιππότες θα κατακτήσουν και τα άλλα κοντινά νησιά, Κω, Λέρο, Κάλυμνο, Νίσυρο, Χάλκη, Τήλο, Σύμη και Καστελλόριζο. Κατέλαβαν επίσης και το μικρασιατικό λιμάνι της Αλικαρνασσού -το οποίο οχύρωσαν χρησιμοποιώντας κομμάτια από το (μερικώς) κατεστραμμένο Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού– και μέχρι το 1402 κατείχαν και την Σμύρνη. Το 1311 αναβίωσαν τους δεσμούς με τις καταβολές τους, ιδρύοντας το πρώτο νοσοκομείο της νήσου της Ρόδου[13].

Στις 2 Μαΐου 1312 τα πλούτη του Τάγματος αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο με τη μεταβίβαση σε αυτό με την παπική βούλα «ad providam» της περιουσίας των αφανισμένων Ναϊτών (με εξαίρεση τις κτήσεις τους σε Ισπανία και Πορτογαλία). Το Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ μετέτρεψε τη στρατιωτική του δράση σε κούρσο, το οποίο την εποχή εκείνη ελάχιστη διαφορά είχε από την πειρατεία. Δείγμα του πλουτισμού του Τάγματος, σε συνδυασμό με τη κατοχύρωση της ανεξαρτησίας του, είναι το γεγονός ότι το Τάγμα ξεκίνησε να κόβει δικό του νόμισμα με τις μορφές των Μεγάλων Μαγίστρων[14].

Βάσεις του Τάγματος στην Ευρώπη το 1300

Στη Ρόδο οι Ιωαννίτες, γνωστοί πλέον ως «Ιππότες της Ρόδου» [15] [16] κατέληξαν να γίνουν μια αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη, μαχόμενοι κυρίως ενάντια σε Τούρκους πειρατές.

Όμως, ενόσω οι Ιωαννίτες είχαν τον ναυτικό έλεγχο του Αιγαίου, η οθωμανική δυναστεία κατακτούσε σταδιακά τα παραθαλάσσια τμήματα της Ασίας. Το 1396 μια σταυροφορία με την υποστήριξη του Τάγματος τερματίστηκε οικτρά στην Νικόπολη. Μετά την αποτυχία αυτή κάθε ελπίδα ανακατάληψης των Αγίων Τόπων χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα.

Το 1440 και το 1444 το νησί της Ρόδου πολιορκήθηκε από τον Σουλτάνο της Αιγύπτου, όμως οι ιππότες απώθησαν τις δύο επιθέσεις των επίδοξων κατακτητών[13].

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ήταν φανερό ότι η Ρόδος θα αποτελούσε έναν από τους προσεχείς στόχους των Οθωμανών. Το 1454 τουρκικός στόλος λεηλάτησε τα παράλια του νησιού και το 1467 πολυάριθμα στρατεύματα που αποβιβάστηκαν από τριάντα γαλέρες, αποκρούστηκαν. Ήδη από όλη την Ευρώπη έφταναν Ιππότες για την αναμενόμενη μεγάλη πολιορκία.

Η πολιορκία του 1480

Κύριο λήμμα : Πολιορκία της Ρόδου (1480)

Στις 23 Μαΐου 1480 [17]στόλος ογδόντα τουλάχιστον πλοίων εμφανίστηκε προ της Ρόδου. Αρχιστράτηγος ήταν ο μεγάλος βεζίρης του Μωάμεθ Β΄, ο Μεζίχ πασάς, Χριστιανός εξωμότης.

Ο μέγας μάγιστρος Πιερ ντ’Ωμπυσόν ηγήθηκε επί δύο μήνες της αντίστασης, απέκρουσε τις προτάσεις παράδοσης του Μεζίχ πασά και απώθησε τρεις φορές τις επιθέσεις των Οθωμανών. Η μόνη βοήθεια που έλαβε από την Ευρώπη ήταν η οικονομική του Λουδοβίκου ΙΑ΄ η οποία επέτρεψε στον αδερφό του μεγάλου μαγίστρου Αντουάν ντ’Ωμπυσόν να έρθει στην Ρόδο από την Γαλλία με 500 ιππότες και 2.000 άλλους ενόπλους. Στην άμυνα της Ρόδου βοήθησαν και οι Έλληνες κάτοικοι καθώς κι αυτοί των γύρω νησιών. Οι Τούρκοι τελικά αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία.[18]

Ο Ωμπυσόν, έγραψε επανειλημμένα προς όλους τους Χριστιανούς ηγεμόνες προτρέποντας σε σταυροφορία, δεδομένου μάλιστα ότι οι Ιππότες είχαν για ένα διάστημα στα χέρια τους τον ανταπαιτητή του Οθωμανικού θρόνου Τζεμ καθώς και άλλους συμμάχους στην Ανατολή, αλλά μάταια. [19]

Η πολιορκία του 1522 και η αποχώρηση των Ιπποτών

Κύριο λήμμα : Πολιορκία της Ρόδου (1522)

Ούτε ο Μωάμεθ Β΄ ούτε οι διάδοχοί του έπαψαν να έχουν βλέψεις στην Ρόδο, να ετοιμάζονται και να παρενοχλούν διαρκώς τα Δωδεκάνησα. Και οι Ιππότες όμως οργάνωναν ακατάπαυστα την άμυνά τους. Το 1521 σουλτάνος των Οσμανιδών έγινε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής και μέγας μάγιστρος των Ιπποτών εξελέγη ο Φιλίπ Βιλιέ ντε λ’ Ιλ-Αντάμ. Η Ρόδος ήταν ένα εμπόδιο στις επικοινωνίες της Κωνσταντινούπολης με τις νέες επαρχίες της Αίγυπτο και Συρία, και ο σουλτάνος αποφάσισε να το απαλείψει.

Στόλος τριακοσίων πλοίων και στρατός 100.000 ανδρών [20](κατ’ άλλους 200.000 [21]) διευθύνθηκαν προς την Ρόδο και στις 28 Ιουλίου 1522 ο Σουλεϊμάν αποβιβάστηκε στο νησί. Οι δυνάμεις των πολιορκημένων ήταν 600 ιππότες και 4.500 στρατιώτες. Ο Ιλ-Αντάμ διέταξε να πυρποληθούν τα χωριά, να κατεδαφιστούν τα κτίρια που βρίσκονταν έξω από τα τείχη και να συγκεντρωθούν οι χωρικοί στην πόλη. Την 1η Αυγούστου άρχισε η επίθεση στην θέση της γερμανικής Γλώσσας, που αποκρούστηκε. Όλος ο μήνας πέρασε με κατασκευές υπονόμων από τους Οθωμανούς, τους οποίους εξουδετέρωνε με ανθυπονόμους ο μηχανικός Γαβριήλ Μαρτινέγκο από την Κρήτη.

Όλον τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο οι πολιορκούμενοι απέκρουαν τις επιθέσεις των Τούρκων οι οποίοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες ειδικά στην επίθεση της 24ης Σεπτεμβρίου, όταν στην άμυνα πήραν μέρος πολίτες, χωρικοί και γυναίκες. Τέλη Οκτωβρίου αποκαλύφθηκε προδοσία του μεγάλου πριόρη της Γλώσσας της Καστίλλης Αντρέας ντ’ Αμαράλ, ο οποίος καθαιρέθηκε τελετουργικά και εκτελέστηκε.[22] Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο αλλά ενώ ο αριθμός των αμυνομένων ελαττωνόταν συνεχώς, νέες δυνάμεις αναπλήρωναν τις απώλειες του σουλτάνου.

Τελικά στις 22 Δεκεμβρίου, μετά από πεντάμηνη πολιορκία, ο μέγας μάγιστρος αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει με ευνοϊκούς για τους Ιππότες και τους κατοίκους όρους. Την 1η Ιανουαρίου 1523 οι Ιωαννίτες, συνοδευόμενοι από 4.000 κατοίκους της Ρόδου εγκατέλειψαν το νησί μετά από διακόσια χρόνια κυριαρχίας. [23]

Στα διακόσια αυτά χρόνια οι Ιωαννίτες πολιτεύθηκαν με μετριοπάθεια και φέρθηκαν με σύνεση στον ελληνικό πληθυσμό της Δωδεκανήσου. Σχεδόν πλήρης ήταν η θρησκευτική ελευθερία των Ορθοδόξων Ελλήνων και εκεί οφείλεται η συμπαράστασή τους στους Ιππότες, ιδίως κατά την τελευταία πολιορκία. [24]

Ιππότες της Μάλτας

Ο στόλος των Ιπποτών έπλευσε στη Μεσσήνη της Σικελίας και στους Ιππότες δόθηκε ως προσωρινή κατοικία το Βιτέρμπο. Συνεπώς, ο Μάγιστρος του τάγματος είχε πολλά προβλήματα να αντιμετωπίσει για να αποτρέψει τη διάλυση του τάγματος. Στα προβλήματα ήρθε να προστεθεί ο πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας, ο οποίος έσπειρε τη διχόνοια στο τάγμα καθώς τα περισσότερα μέλη του ήταν Γάλλοι και Ισπανοί.

Τελικά, μετά από συνολικά 7 χρόνια μετακίνησης, το 1530, και μετά από πολλές διαπραγματεύσεις κατά τις οποίες ο μάγιστρος του Τάγματος αποδείχθηκε εξαίρετος διπλωμάτης, τους παραχωρήθηκε από τον Πάπα και τον Βασιλιά της Ισπανίας, Κάρολο Κουίντο (ο οποίος ήταν βασιλιάς και της Σικελίας) η Μάλτα μαζί με το Γκόζο και το Βορειοαφρικανικό λιμάνι της Τρίπολης. Για τις παραπάνω κτήσεις οι Ιωαννίτες κατέβαλλαν στον αντιβασιλιά της Σικελίας ετήσιο φόρο κάθε 2α Νοεμβρίου (την ημέρα του Ψυχοσαββάτου), ένα μαλτέζικο γεράκι.

Μετά από αυτή την ήττα, οι Ιωαννίτες άρχισαν να εγκαταλείπουν σταδιακά τις παλιές τακτικές του ιππικού, αναλογιζόμενοι την υπεροχή του εχθρού τους στην ξηρά και αντιλαμβανόμενοι ότι ήταν πιο ευάλωτος στη θάλασσα. Η Μάλτα αποτελούσε σημαντικό προπύργιο της Ευρώπης, έχοντας τεράστια στρατηγική σημασία δεδομένης της κατάστασης στη Μεσόγειο. Παράλληλα η Μάλτα αποτελούσε για αιώνες το σταυροδρόμι του δουλεμπορίου στη Δυτική Ευρώπη, αφού οι αιχμαλωτισμένοι Μουσουλμάνοι(αλλά και όποιος Αφρικανός έπεφτε στα χέρια των Ιωαννιτών) πωλούνταν ως δούλοι. Οι Ιωαννίτες συνέχισαν τη δράση τους εναντίον των Μουσουλμάνων, και παρά το μικρό αριθμό αριθμό πλοίων που διέθεταν κατάφεραν να προξενήσουν απώλειες στους Οθωμανούς, οι οποίοι δυσαρεστήθηκαν βλέποντας το τάγμα ξανά σε δράση.

Πολιορκία του 1565

Το 1565 ο Σουλεϊμάν έστειλε δύναμη 40.000 περίπου ανδρών να πολιορκήσει δύναμη 700 Ιπποτών και 8.000 στρατιωτών και να καταλάβει τη Μάλτα.[25] Στην αρχή, η μάχη εξελισσόταν όπως η μάχη της Ρόδου : οι περισσότερες πόλεις καταστράφηκαν και σχεδόν οι μισοί ιππότες σκοτώθηκαν. Στις 18 Αυγούστου η κατάσταση των πολιορκημένων ήταν πλέον απελπιστική και, καθώς ο αριθμός τους λιγόστευε καθημερινά, γινόταν όλο και πιο δύσκολο να επανδρώνουν τη μακριά γραμμή οχυρώσεων. Παρόλα αυτά, όταν το συμβούλιο του μάγιστρου Ζαν ντε λα Βαλέτ πρότεινε την εγκατάλειψη του Μπίργκου και της Σενγκλέα και την απόσυρση στο οχυρό Σαντ Άντζελο, αυτός αρνήθηκε.

Ο αντιβασιλιάς της Σικελίας δεν είχε στείλει βοήθεια. Πιθανώς οι διαταγές που έδωσε ο Φίλιππος Β’ της Ισπανίας δεν ήταν αρκετά σαφείς κι έτσι την ευθύνη του αν θα έπρεπε να σταλεί βοήθεια ή όχι θα έπρεπε να την επωμιστεί ο αντιβασιλιάς. Μία λάθος κίνηση θα έφερνε την ήττα, κάτι που σημαίνει ότι η Σικελία και η Νάπολη θα ήταν εκτεθειμένες. Ο γιος όμως του αντιβασιλιά πολεμούσε στο πλευρό του Μάγιστρου οπότε ο ίδιος δεν μπορούσε να αδιαφορήσει για την έκβαση της μάχης. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα αίτια της καθυστέρησής του, ο αντιβασιλιάς δίσταζε και δεν επενέβη παρά μόνο όταν η μάχη είχε πλέον κριθεί από τον αγώνα των αβοήθητων Ιπποτών, πιεζόμενος από τους αγανακτισμένους αξιωματικούς του.

Στις 23 Αυγούστου εκδηλώθηκε άλλη μία μεγάλη επίθεση, η τελευταία σοβαρή προσπάθεια, όπως αποδείχθηκε, των πολιορκητών. Η επίθεση απωθήθηκε με μεγάλη δυσκολία από τους Ιωαννίτες, ενώ στην άμυνα πήραν μέρος ακόμη και οι τραυματίες. Από εδώ και πέρα όμως ήταν η σειρά των Οθωμανών να βρεθούν σε απελπιστική θέση. Με εξαίρεση το οχυρό Σαντ Έλμο, όλες οι οχυρώσεις των Ιπποτών είχαν μείνει άθικτες[26]. Η φρουρά, δουλεύοντας μέρα και νύχτα, επισκεύαζε τα ρήγματα και η κατάληψη της Μάλτας έμοιαζε όλο και πιο αδύνατη, ενώ τους πολύ θερμούς καλοκαιρινούς μήνες διάφορες αρρώστιες έκαναν την εμφάνισή τους στο στρατόπεδο των πολιορκητών. Τα πυρομαχικά και οι τροφές τους τελείωναν, ενώ το ηθικό τους έπεφτε κατακόρυφα από τις αποτυχίες και τις μεγάλες απώλειες. Επίσης, ο θάνατος στις 23 Ιουνίου του Οθωμανού ναυάρχου Τουργκούτ Ρεΐς, που ήταν ικανότατος διοικητής, αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα στο ήδη πεσμένο ηθικό των πολιορκητών, ενώ οι Οθωμανοί διοικητές Πιγιαλέ πασάς και Λαλά Μουσταφά πασάς δεν έδειχναν ιδιαίτερο ζήλο. Είχαν στη διάθεσή τους ένα τεράστιο στόλο τον οποίο κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν επιτυχώς μόνο μία φορά. Παραμελούσαν τις επικοινωνίες τους με την αφρικανική ακτή και δεν έκαναν καμία προσπάθεια να σταματήσουν τις σικελικές ενισχύσεις.

Η πολιορκία της Μάλτας

Την 1η Σεπτεμβρίου οι Οθωμανοί έκαναν την τελευταία τους προσπάθεια η οποία ήταν σχετικά αδύναμη επίθεση, εξ αιτίας του χαμηλού ηθικού. Τα παραπάνω γεγονότα ενθάρρυναν τους Ιππότες οι οποίοι έβλεπαν επιτέλους πιθανότητες νίκης. Οι μπερδεμένοι και αναποφάσιστοι Τούρκοι διοικητές πληροφορήθηκαν την άφιξη σικελικών ενισχύσεων και μη ξέροντας πως επρόκειτο για μία μικρή δύναμη, έλυσαν την πολιορκία και αποχώρησαν από τη Μάλτα στις 8 Σεπτεμβρίου. Η πολιορκία της Μάλτας υπήρξε ενδεχομένως η τελευταία φορά στην ιστορία που δύναμη ιπποτών κέρδισε μια αποφασιστική μάχη.[27]

Όταν οι Οθωμανοί έφυγαν, οι Ιωαννίτες είχαν 600 άνδρες ικανούς να φέρουν όπλα. Η πιο βάσιμη εκτίμηση τοποθετεί τον αριθμό των πολιορκητών γύρω στους 40.000 άνδρες από τους οποίους μόνο οι 15.000 επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη. Η πολιορκία της Μάλτας απαθανατίστηκε από αρκετούς καλλιτέχνες της εποχής. Μετά την πολιορκία, μια νέα πόλη έπρεπε να κτιστεί, η οποία ονομάστηκε Humilissima Civitas Valletta (H Tαπεινοτάτη Πόλη Βαλέτα), προς τιμή του μαγίστρου Ντε λα Βαλέτ ο οποίος άντεξε την πολιορκία. Είναι η σημερινή πρωτεύουσα της Μάλτας. Το 1607 δόθηκε στον μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών ο τίτλος του πρίγκιπα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, παρόλο που οι κτήσεις του τάγματος ήταν πάντα νότια της αυτοκρατορίας. Το 1630 το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου εξισώθηκε εκκλησιαστικά με αυτό του καρδιναλίου και του απονεμήθηκε η διάκριση της Εξοχοτάτης Υψηλότητος.

Μετά την αποφασιστική νίκη των χριστιανικών δυνάμεων εναντίον του Οθωμανικού στόλου στη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, στην οποία το Τάγμα έλαβε μέρος με τρία πλοία, οι Ιππότες ανέλαβαν την προστασία των χριστιανικών πλοίων από τους Βερβερίνους πειρατές και την απελευθέρωση των Χριστιανών σκλάβων που οι τελευταίοι είχαν συλλάβει.

Η Μεταρρύθμιση και η Επανάσταση

Το Τάγμα έχασε πολλές από τις κτήσεις του στην Ευρώπη με την επέκταση του Προτεσταντισμού και την εμφάνιση άλλων αιρέσεων, αλλά επέζησε στη Μάλτα. Οι κτήσεις της Αγγλικής Γλώσσας δημεύθηκαν το 1540 από τον Ερρίκο τον Η’.[28] γεγονός που τερμάτισε την δράση της.

Ακολουθώντας την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, τα περισσότερα Γερμανικά «παρακλάδια» του τάγματος ενστερνίστηκαν την Προτεσταντική θεολογία, αλλά διατήρησαν την ονομασία τους. Το 1577 η Ηγουμενία του Βρανδεμβούργου μετεστράφη στον Λουθηρανισμό, αλλά συνέχισε να καταβάλλει τις οικονομικές του εισφορές στο τάγμα.

Οι Ιππότες της Μάλτας είχαν ισχυρή παρουσία στις τάξεις του Αυτοκρατορικού Ρωσικού Ναυτικού και του προεπαναστατικού Γαλλικού Ναυτικού. Όταν ο Ντε Πουανσί (διακεκριμένος Ιωαννίτης Ιππότης) διορίσθηκε κυβερνήτης του Αγίου Χριστοφόρου το 1639 έντυσε την ακολουθία του με τα εμβλήματα και τους θυρεούς του τάγματος. Η παρουσία των Ιωαννιτών στην Καραϊβική ισχυροποιήθηκε με τις ενέργειες του, μέχρι το θάνατο του το 1660. Ο ίδιος επίσης αγόρασε το νησί Σαιν Κρουά ως προσωπικό κτήμα, και το μεταβίβασε στους Ιππότες. Το 1665 το Σαιν Κρουά αγοράστηκε από την Γαλλική Εταιρεία Δυτικών Ινδιών, οπότε τερματίστηκε η παρουσία του τάγματος στην Καραϊβική.

Το 1789, η Γαλλική Επανάσταση, με τον έντονο αντικληρικισμό και αντιαριστοκρατισμό που τη διέκρινε, κατήργησε το Τάγμα στην Γαλλία και ανάγκασε πολλούς Γάλλους ιππότες να εγκαταλείψουν τη Γαλλία. Κατά συνέπεια πολλές από τις «παραδοσιακές» πηγές εισοδήματος του Τάγματος χάθηκαν για πάντα.

Η απώλεια της εδαφικής κυριαρχίας

Το Μεσογειακό οχυρό των Ιπποτών στην Μάλτα καταλήφθηκε από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη το 1798 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Αίγυπτο.[26] Ο Ναπολέων ζήτησε από τον μεγάλο μάγιστρο Φέρντιναντ φον Χόμπες τσου Μπολχάιμ να επιτρέψει την είσοδο των πλοίων του στο λιμάνι και τον ανεφοδιασμό τους. Ο Μπολχάιμ απάντησε ότι μόνο δύο ξένα πλοία επιτρεπόταν να βρίσκονται την ίδια ώρα στο λιμάνι. Έτσι όμως η διαδικασία του ανεφοδιασμού θα καθυστερούσε πολύ και, επειδή ο Ναπολέων επειγόταν να αντιμετωπίσει τον Νέλσωνα, διέταξε βομβαρδισμό. .[29] Οι Γάλλοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν σε επτά σημεία της Μάλτας στις 11 Ιουνίου και μετά από αρκετές ώρες σκληρών συγκρούσεων κατέλαβαν μεγάλο μέρος του νησιού. Ο μέγας μάγιστρος στην Βαλέττα αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει, [30] υποστηρίζοντας ότι το παπικό καταστατικό του Τάγματος απαγόρευε στους Ιωαννίτες να μάχονται ενάντια σε άλλους Χριστιανούς, και εγκατέλειψε την Μάλτα στις 18 Ιουνίου. Το 1799, και υπό την πίεση του Αυστριακού Στέμματος, παραιτήθηκε του αξιώματος του.

Ο Παύλος της Ρωσίας ως μάγιστρος των Ιωαννιτών

Οι Ιππότες της Μάλτας διασκορπίστηκαν, αλλά το Τάγμα συνέχισε να υφίσταται σε μικρότερη κλίμακα και να διαπραγματεύεται με τις κυβερνήσεις της Ευρώπης για την αναβίωση της ισχύος του. Ο Ρώσος αυτοκράτορας Παύλος ο Α’ πρόσφερε καταφύγιο στους περισσότερους Ιππότες στην Αγία Πετρούπολη, μια πράξη που αποτέλεσε αφετηρία για την Ρωσική παράδοση των Ιπποτών του Ξενώνα καθώς και για την αναγνώριση του Τάγματος ανάμεσα στα υπόλοιπα Ρωσικά τάγματα.[31] Οι εγκατεστημένοι στην Αγία Πετρούπολη ιππότες, εξέλεξαν τον Τσάρο Παύλο ως Μέγα Μάγιστρο μετά την παραίτηση -ενδεχομένως καθαίρεση- του φον Χόμπες. Ως μάγιστρος ο Παύλος δημιούργησε, πέρα από την Ρωμαιοκαθολική Ηγουμενία, την «Μεγάλη Ρωσική Ηγουμενία», η οποία αριθμούσε 118 ταξιαρχίες/περιφέρειες με «τάξεις» ανοιχτές σε όλους τους Χριστιανούς, επισκιάζοντας το υπόλοιπο τάγμα. Η εκλογή του Παύλου παρ’όλα αυτά ποτέ δεν επικυρώθηκε από το Βατικανό και συνεπώς παρέμεινε «de facto» και όχι «de jure» Μέγας Μάγιστρος του Τάγματος.

Στην αρχή του 19ου αιώνα, το τάγμα είχε πλέον αποδυναμωθεί σοβαρά λόγω της απώλειας των κτήσεων σε όλη την Ευρώπη. Μόλις το 10% του εισοδήματος του τάγματος προερχόταν πλέον από πηγές εντός της Ευρώπης, με το υπόλοιπο 90% να προέρχεται από το «Μεγάλη Ρωσική Ηγουμενία» μέχρι το 1810. Αυτό αντικατοπτριζόταν στο γεγονός ότι από το 1805 ως το 1879 το τάγμα διοικούνταν από τοποτηρητές και όχι από μεγάλους μαγίστρους.

Το Τάγμα Σήμερα

Το 1834, το Τάγμα εγκατέστησε νέο αρχηγείο στη Ρώμη.[32]

Το 1879 ο πάπας Λέοντα τον ΙΓ’ ονόμασε νεό μεγάλο μάγιστρο του Τάγματος. Από αυτό το σημείο και μετά, το Τάγμα μετατράπηκε σε ανθρωπιστικό και θρησκευτικό οργανισμό ως το «Κυρίαρχο Στρατιωτικό Τάγμα του Ξενώνα του Αγίου Ιωάννη» που αναπτύσσει δράση σε πολλούς διεθνείς οργανισμούς ενώ συμμετέχει και στα Ηνωμένα Έθνη ως μέλος-παρατηρητής. Οι ιατρικές και φιλανθρωπικές δραστηριότητες του Τάγματος, που αναπτύχθηκαν σε μεγάλη κλίμακα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εντατικοποιήθηκαν και επεκτάθηκαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπό τον μέγα μάγιστρο Φρα Λουντοβίκο Κίτζι Αλμπάνι ντελλα Ρόβερε (19311951).

Το 1961 το Τάγμα αναγνωρίστηκε από την Αγία Έδρα ως «Κυρίαρχο Στρατιωτικό, Νοσοκομειακό Τάγμα του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ, της Ρόδου και της Μάλτας…προερχόμενο από τους Οσπιτάλιους του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ». Το τάγμα διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με περισσότερες από 100 χώρες, έχοντας πολλούς αντιπροσώπους. Εκδίδει δικά του διαβατήρια, νόμισμα, γραμματόσημα, ακόμα και πινακίδες κυκλοφορίας. Οι διπλωματικές δραστηριότητες του Τάγματος είναι συνδεδεμένες με την ανθρωπιστική του αποστολή. Τα προγράμματά του περιλαμβάνουν ιατρική και κοινωνική υποστήριξη, βοήθεια σε περίπτωση ένοπλων συγκρούσεων και φυσικών καταστροφών, έκτακτες υπηρεσίες και σώμα πρώτων βοηθειών, βοήθεια για τους ηλικιωμένους, τους ανάπηρους και τα παιδιά που βρίσκονται σε ανάγκη, ενώ παρέχει, επίσης εκπαίδευση παροχής πρώτων βοηθειών και υποστήριξη για πρόσφυγες και εκτοπισμένα άτομα ανεξαρτήτως φυλής, προέλευσης ή θρησκείας, σε 120 χώρες. Η «ανεξαρτησία» του αμφισβητείται από μερικούς επιστήμονες ενώ πολλές οργανώσεις προσπάθησαν να μιμηθούν το τάγμα και να (αυτο)ανακηρυχθούν παρακλάδια του και ορισμένες διώχθηκαν δικαστικά.

Το Τάγμα πρόσφατα εγκατέστησε ένα παράρτημα στη Μάλτα, μετά την υπογραφή ενός σχετικού συμβολαίου με την εκεί κυβέρνηση, με το οποίο του παραχωρήθηκε η αποκλειστική χρήση του οχυρού Σαντ’ Άντζελο για 99 χρόνια. Σήμερα, μετά την αναστήλωσή του, το οχυρό φιλοξενεί ιστορικές και πολιτιστικές δραστηριότητες, που σχετίζονται με το Τάγμα της Μάλτας.

Το 1831 συστάθηκε το «Σεβαστό Τάγμα του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ» στην Βρετανία, το οποίο εξαπλώθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Βρετανική Κοινοπολιτεία και στην Αμερική, όμως αναγνωρίστηκε από το «μητρικό» τάγμα μόλις το 1963.

Το 1812 το Τάγμα μετατράπηκε στην Πρωσσία σε τάγμα αξίας. Το 1852 ανασυστάθηκε ως ο σπουδαιότερος μη ρωμαιοκαθολικός κλάδος των Ιωαννιτών. [28] Οι διάφοροι κατά τόπους κλάδοι του Τάγματος ενώ διατήρησαν την ονομασία τους, απέκτησαν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από το «μητρικό» τάγμα και δραστηριοποιήθηκαν σε αρκετές χώρες(όπως η Ουγγαρία, η Ολλανδία και η Σουηδία). Αυτά τα μικρότερα παρακλάδια είναι τώρα αυτόνομα επίσης ενώ με το Βρετανικό τάγμα έχουν σχηματίσει την «Συμμαχία των Ταγμάτων του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ».

Οι έδρες του Τάγματος

Ρόδος, ιπποτικές οχυρώσεις

Μάλτα, το φρούριο του Σαντ’ Άντζελο

Η ιστοριογραφία του Τάγματος

Τα στρατιωτικά τάγματα καθυστέρησαν γενικά να καταγράψουν την ιστορία τους με εξαίρεση τους Βενεδικτίνους ή τα Επαιτικά Τάγματα. Αρχικά τα ιστορικά τάγματα περιορίζονταν στη σύνταξη επίσημης νεκρολογίας («ομπιτουάριου»), το οποίο άρχισε να περιέχει σταδιακά, από τον 14ο αιώνα και μετά, λεπτομέρειες για τη ζωή των μελών του Τάγματος. Με το πέρας του χρόνου όμως οι νεκρολογίες άρχισαν να συμπληρώνονται συχνά με φανταστικά περιστατικά.

Τα πρώτα κείμενα ιστορικού χαρακτήρα των Ιωαννιτών Ιπποτών ήταν έργο του Γκουιλέρμο ντε Σάντο Στέφανο, διοικητή (κομεντόρη) της Κύπρου, ο οποίος ήταν ο πρώτος που πραγματοποίησε απογραφή των νομικών κειμένων του Τάγματος[33]. Κατά το 1303 ξεκίνησε μια σύνθεση η οποία συγκέντρωνε τον κανόνα και τα καταστατικά του Τάγματος, ένα χρονολόγιο των Μεγάλων Μαγίστρων, έναν ανθολόγιο των πειθαρχικών αποφάσεων, τα Miracula και μια κριτική έρευνα επί των καταβολών του Νοσοκομείου, το Exordium Hospitalis[34].[3]. Ερχόμενο αντιμέτωπο με κριτικές, ή πιο απλά για την μεγαλύτερη προβολή των δραστηριοτήτων τους και για την εξασφάλιση περαιτέρω δωρεών, το Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ ξεκίνησε τη συγγραφή χρονικών. Στα μισά του 15ου αιώνα ο Μελκιόρε Μπαντίνι, σφραγιδοφύλακας του Τάγματος, ήταν ο συγγραφέας ενός ιστορικού κειμένου, πιθανώς του πρώτου για τους Ιωαννίτες, χαμένου έκτοτε, του οποίου όμως ο Τζάκομο Μπόζιο είχε ακόμη μνήμη[35]. Ο ιππότης Τζιάκομο Μπόζιο (Giacomo Bosio), αυτόπτης μάρτυρας των όσων περιγράφει, έγραψε τρίτομη ιστορία του Τάγματος (Istoria della Sacra Religione di San Giovanni Gierosolimitano) που εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Νάπολη το 1684 και θεωρείται πολύ ενημερωμένη, ειδικά για ορισμένες περιόδους ζωής του Τάγματος, και στο έργο του χρησιμοποιεί έγγραφα από το αρχείο των Ιπποτών που δεν σώζονται πουθενά αλλού. Ένα έγγραφο, το οποίο έγινε σύντομα διάσημο, ακόμη και σήμερα, ήταν το έργο του Γκιγιόμ Καουρσέν, η Descriptio obsidionis Rhodie urbis, του οποίου οι εκδόσεις και οι μεταφράσεις πολλαπλασιάστηκαν μεταξύ 1480 και 1483 χρησιμεύοντας στην προπαγάνδα του Τάγματος[36]. Ένα ενδιαφέρον έγγραφο για την ιστορία των στρατιωτικών ταγμάτων είναι ένα κείμενο γραμμένο κατά τα τέλη του 15ου αιώνα από ένα αδερφό του Τευτονικού Τάγματος, το Chronik des vier Orden von Jerusalen. Το χρονικό αυτό φέρνει στο φως, στο πρώτο του μέρος, τις ιεροσολυμιτικές καταβολές των στρατιωτικών ταγμάτων αλλά και του μοναχικού τάγματος του Αγίου Τάφου (Ordre du Saint-Sépulcre de Jérusalem). Εάν οι καταβολές των Τευτόνων και του τάγματος του Αγίου Τάφου είναι λίγο αόριστες, αντιθέτως αυτές των Ναϊτών και των Ιωαννιτών είναι σχετικά καλά τοποθετημένες στον χρόνο[37].

Ενδιαφέρον για την δράση του Τάγματος στην Ρόδο έχει η Histoire de Pierre d’ Aubusson, Grand-Maistre de Rhodees, Παρίσι, 1676 (Pierre d’ Aubusson, Μεγάλος Μάγιστρος της Ρόδου, μετάφρ. Μαρία Αγγελάτου, εκδ. Τροχαλία, 1996) του Ιησουίτη Dominique Bouhours, ο οποίος παρουσιάζει, κατά το μάλλον ή ήττον εξιδανικευμένα, την πολιορκία του 1480. Επίσης η προσθήκη ανωνύμου στην αγγλική έκδοση 1679 του πιο πάνω βιβλίου (και στον ίδιο τόμο της ελληνικής έκδοσης) A continuation of the History of Rhodes, under the Government of Philip de Villiers Lisle Adam, 1679 (Συνέχεια της ιστορίας της Ρόδου, υπό την διακυβέρνηση του Philippe Villiers de L’ Isle-Adam) αναφερόμενη στην πολιορκία και συνθηκολόγηση των Ιπποτών του 1522.

Το Τάγμα και ο πολιτισμός

Μνημειώδης είναι η αρχιτεκτονική κληρονομιά των Ιωαννιτών ιπποτών. Το Κρακ των Ιπποτών στην Συρία, το οποίο επισκεύασαν, επεξέτειναν και διαμόρφωσαν οι Ιππότες, είναι υπόδειγμα φρουριακής αρχιτεκτονικής.

To Κρακ των Ιπποτών

Στην Ρόδο άφθονα είναι τα δείγματα της ιπποτικής αρχιτεκτονικής, μνημειακής και οχυρωματικής, μοναδικό σύνολο γοτθικής τέχνης στην Ελλάδα. Στην Οδό των Ιπποτών –που αρχίζει από το Νοσοκομείο των Ιπποτών (σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο)- βρίσκονται τα καταλύματα των Γλωσσών του Τάγματος, διακοσμημένα με θυρεούς. Η οδός καταλήγει στο μεγαλοπρεπές παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου. Εντυπωσιακά είναι τα τείχη της πόλης και οι πύλες τους, ειδικά η Θαλάσσια Πύλη (Porta Marina). Επίσης εντυπωσιακό είναι το φρούριο του Αγίου Πέτρου στο Μποντρούμ (Αλικαρνασσό).

Ρόδος, η Οδός των Ιπποτών

Η Μάλτα οχυρώθηκε μεθοδικά από τους Ιππότες και ο Ζαν ντε λα Βαλέτ ίδρυσε την πρωτεύουσά της Βαλέτα. Πολυάριθμες εκκλησίες και παλάτια, μπαρόκ ως επί το πλείστον, κοσμούν την πόλη. Η ακτινοβολία του Τάγματος κατέστησε το νησί κατά τον 16ο και 18ο αιώνα σημείο συνάντησης και εκλεπτυσμένης δημιουργίας καλλιτεχνών [38] όπως οι Καραβάτζο και Ματία Πρέτι.

Βαλλέττα, το Κατάλυμα της Καστίλλης, σήμερα πρωθυπουργικό γραφείο

Πορτραίτο του Αλόφ ντε Βινιακούρ, 54ου Μεγάλου Μαγίστρου του Τάγματος, φιλοτεχνημένο από τον Καραβάτζιο, ο οποίος υπήρξε εφήμερος ιππότης της Μάλτας.

Επιπλέον το Τάγμα συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό κειμηλίων σε ρυθμό μπαρόκ κατά τον 18ο αιώνα. Μεταξύ αυτών βρίσκεται ειδικότερα μεγάλος αριθμός από ταπετσαρίες φιλοτεχνημένες από τους Γκομπλέν μεταξύ του 1708 και του 1710[38]. Η μεγάλη βιβλιοθήκη της Μάλτας χτισμένη μεταξύ 1786 και 1796[38] σύμφωνα με σχέδια του Στέφανο Ιτάρ και εγκαινιασμένη μετά την αναχώρηση των Ιπποτών το 1812 από τους Άγγλους, περιείχε ήδη το 1798, 80.000 βιβλία [38] και όλα τα αρχεία του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ, τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα.

Το Κρακ των Ιπποτών, η μεσαιωνική πόλη της Ρόδου και η Βαλέτα είναι Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ, πρωτίστως για την ιπποτική τους αρχιτεκτονική.

Νομισματική

30 Tari του Μεγάλου Μαγίστρου Πίντο

Το Τάγμα άρχισε να κυκλοφορεί δικό του νόμισμα περί το 1310, τον ίδιο καιρό που απέκτησε εδαφική κυριαρχία με την εγκατάστασή του στο νησί της Ρόδου[39]. Αυτή ήταν και η περίοδος κατά την οποία το Τάγμα του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ άρχισε να πλουτίζει σημαντικά. Στην μία πλευρά των νομισμάτων απεικονιζόταν είτε ο Άγιος Ιωάννης (ολόσωμος ή η αποκοπείσα κεφαλή του) είτε ο μέγας μάγιστρος, ενώ στην άλλη βρισκόταν ένας σταυρός που δεν θα είναι ο Σταυρός της Μάλτας παρά μόνο μετά το 1520[39].

Το μαλτέζικο τριμεταλλικό νομισματικό σύστημα αποτελούνταν από νομίσματα σε χαλκό, σε άργυρο και σε χρυσό σύμφωνα με πράξη που κατακυρώθηκε εντός του Τάγματος το 1530[39]. Κατά τον 18ο αιώνα το σύστημα αυτό τέθηκε υπό αμφισβήτηση με την ευρεία κυκλοφορία νομισμάτων από άργυρο[39]. Τα μαλτέζικα νομίσματα ‘ηταν scudi (σκούδα), tari και grani με αξία : 1 scudo = 12 tari = 240 grani[39].

Το Τάγμα και η ιατρική

Από τον 16ο ως τον 18ο αιώνα οι Ιωαννίτες ανέπτυξαν σε σημαντικό βαθμό τις τεχνικές ιατρικής και χειρουργικής όπως οι μουσκεμένοι στο όπιο σπόγγοι τους οποίους οι ασθενείς έγλυφαν έως ότου χάσουν τις αισθήσεις τους[40].

Όλα πάντως ξεκίνησαν στην πραγματικότητα με το Νοσοκομείο της Ιερουσαλήμ, κι έπειτα με αυτό της Ρόδου. Το 1523 οι Ιωαννίτες πρωτοτύπησαν στον τομέα της άμεσης ιατρικής επέμβασης, δημιουργώντας το πρώτο πλοίο ιατρικής χρήσης με την καράκα Σάντα Μαρία[41]. Εφηύραν επίσης τα νοσοκομεία εκστρατείας εντός σκηνών με στόχο την δυνατότητα παροχής πρώτων βοηθειών στους τραυματίες στη διάρκεια του πολέμου ενάντια στον Οθωμανό κουρσάρο Ντραγκούτ το 1550[41].

Παράλληλα, το διάστημα μεταξύ του 1530 και του 1532, ο Μεγάλος Μαγίστρος Βιλιέ ντε Λ’Ιλ-Αντάμ ίδρυσε μια «Επιτροπή Υγείας», η οποία αποτελείτο από δύο ιππότες και τρεις προύχοντες[41] και επαναδημιούργησε ένα μεγάλο νοσοκομείο, την Sacra Infermeria (Ιερό Νοσηλευτήριο) και ένα φαρμακείο στη Μάλτα[41].

Το 1595 ιδρύθηκε σχολή ιατρικής,[42] το 1676 η σχολή ανατομίας και χειρουργικής[42], το 1671 η σχολή φαρμακευτικής της Μάλτας [42] και τέλος το 1687, η ιατρική βιβλιοθήκη[42]. Το διάσημο πανεπιστήμιο ιατρικής όμως ιδρύθηκε αρκετά μεταγενέστερα, το 1771.[42] Ήρθε να προστεθεί στην επίδραση των Ιωαννιτών στο σύνολο της Μεσογείου αλλά και σε όλον τον δυτικό κόσμο[42].

Το 1782 ιδρύθηκε σχολή μαθηματικών και ναυτικών επιστημών εντός του Πανεπιστημίου της Μάλτας[42] και το 1794 δημιουργήθηκε έδρα ανατομίας[42].

Από την ιδεολογία των Ιωαννιτών

Domini nostri morbi Αφέντες μας είναι οι άρρωστοι

Pro Fide et Utilitate Hominum Για την πίστη και το καλό της ανθρωπότητας

Quia vero omnia vestra sustentationibus pauperum et peregrinorum debent cedere ac per hoc nullatenus ea aliis usibus convenit applicari Πραγματικά,γι’αυτούς τους λόγους, ό,τι είναι δικό σου πρέπει να δοθεί για την ευδαιμονία των φτωχών και δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για κανέναν άλλο σκοπό.

Je Raymont garde de l’ospital et serf des povres de Crist … ….Ne sied que le servans soit vestu de fures et velours quant ses mestres les povres de Crist vont nus Είμαι ο Ραϋμόνδος, φρουρός του νοσοκομείου και υπηρέτης των φτωχών του Χριστού….Είναι άδικο ο υπηρέτης να φοράει γούνες και μετάξια, όταν οι αφέντες του, οι φτωχοί του Χριστού, περπατούν γυμνοί.

Servire infirmis supremum imperium Το να βοηθάς τους φτωχούς είναι η ανώτατη εξουσία

Επίσης στον Παύλο της Ρωσίας, που διετέλεσε μάγιστρος του Τάγματος, αποδίδεται η φράση Προτιμώ να με μισούν επειδή κάνω το καλό, παρά να με αγαπούν επειδή κάνω κακό

Πηγή: el.wikipedia.org

Οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου στη Νάξο

Το θρησκευτικό-στρατιωτικό τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών, που ονομάστηκε έτσι από τον προστάτη του άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, εμφανίζεται στο χώρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας λίγο πριν, αλλά κυρίως μετά τη Δ΄ Σταυροφορία. Πριν από το 1204 είναι γνωστό ότι διατηρούσε ένα νοσοκομείο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ μετά την άλωση έλαβε διάφορες κτήσεις ως δωρεές μαζί με τους Ναΐτες Ιππότες σε πολλά μέρη της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, καθώς επίσης στο πριγκιπάτο της Αχαΐας. Στον αιγαιακό χώρο οι Ιωαννίτες Ιππότες εμφανίζονται δυναμικά στις αρχές του 14ου αι., μεταξύ των ετών 1306-1309/10, οπότε καταλαμβάνουν το νησί της Ρόδου και στη συνέχεια τα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου.

25ce259f25ce25a125ce259525ce259925ce259d25ce259f25ce25a32b25ce259125ce259e25ce25a925ce25a425ce259725ce25a32b25ce259925ce25a025ce25a025ce259f25ce25a425ce259525cΟι ιππότες της Ρόδου έχουν έντονη παρουσία και στο κοντινό τους Δουκάτο του Αρχιπελάγους (ή Δουκάτο της Νάξου ), που ιδρύθηκε το 1207 από τον βενετό Μάρκο Σανούδο. Στις αρχές του 14ου αι. κατέλαβαν τη Δήλο πιθανότατα με υπόδειξη του ίδιου του δούκα της Νάξου. Από έγγραφο του 1452 είναι γνωστό ότι έλαβαν ως δωρεά από την Φραντζέσκα Κρίσπι , χήρα του Δούκα Ιωάννη, την μονή του Αγίου Αντωνίου του Ερμίτου στη Χώρα της Νάξου(ο Άγιος Αντώνιος πίσω από το ΚΤΕΛ ) .

Για την καλύτερη μάλιστα εκμετάλλευση των κτήσεων αυτών, το Τάγμα δημιούργησε μια ξεχωριστή διοίκηση (κουμανταρία) με επικεφαλείς συνήθως άτομα του δουκικού περιβάλλοντος. Στη Νάξο στην περιοχή που σήμερα έχει απομείνει μόνο η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου το τάγμα διατηρούσε ναύσταθμό ανεφοδιασμού για τα πλοία του . Είναι επίσης γνωστό ότι πολλά μέλη της δουκικής οικογένειας του Αρχιπελάγους έγιναν δεκτά στο Τάγμα, όπως για παράδειγμα οι Μάρκος και Ιωάννης Κρίσπι. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι οι Κρίσποι βοήθησαν τον ιπποτικό στολίσκο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ρόδου του 1522, ενώ υπήρξε ακόμη και σχέδιο για την μεταφορά της έδρας του Τάγματος στη Νάξο, μετά την απώλεια της Ρόδου το 1522, η οποία όμως τελικά δεν τελεσφόρησε .

  25ce259f25ce25a125ce259525ce259925ce259d25ce259f25ce25a32b25ce259125ce259e25ce25a925ce25a425ce259725ce25a32b25ce259925ce25a025ce25a025ce259f25ce25a425ce259525c1Σύμφωνα με τον Νίκο Κεφαλληνιάδη ο στρωμένος με βότσαλα δρόμος στο Νιό Χωριό , στη Χώρα της Νάξου , που οδηγεί στην καθολική εκκλησία του Αγίου Βαρθολομαίου είναι άλλο ένα απομεινάρι των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ρόδου και ήταν ο χώρος που γυμνάζονταν στα όπλα οι ιππότες .

Σύμφωνα με τον Ολλανδό ιστορικό Ben Slot η commanderia του τάγματος των ιπποτών μάλλον δεν είχε στρατιωτικό χαρακτήρα. Το επίσημο όνομα του τάγματος ήταν Τάγμα του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννη του Ιερουσαλήμ, και το τάγμα ακόμα τώρα δουλεύει για τους ασθενείς σε πολλές χώρες . Ο Αγ Αντώνιος στη παραλία Νάξου μάλλον ήταν παρεκκλήσι του πρώτου νοσοκομείου Νάξου, δεν υπάρχουν πήγες για στρατιωτική χρήση. Ήταν σε μικρή απόσταση από τον Μπούργο και κοντά στο λιμάνι, όπου συνηθιζόταν να χρησιμοποιείται για καραντίνα

Πηγή: ΟΡΕΙΝΟΣ ΑΞΩΤΗΣ email: giorgos.manolas@yahoo.gr

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453)

Βίντεο του National Geografic για την πτώση της Κωνσταντινούπολής

 

Βίντεο του της Μήχανης του Χρόνου για την πτώση της Κωνσταντινούπολής

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453)
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης
MoldovitaConstantinople.jpg
Νωπογραφία από άγνωστο καλλιτέχνη στην Εκκλησία της Μονής Moldoviţa απεικονίζει την άλωση της Κωνσταντινούπολης, 1537.
Χρονολογία 29 Μαΐου 1453
Τόπος Κωνσταντινούπολη
Έκβαση Νίκη των Οθωμανών

  • Κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
Εμπλεκόμενες πλευρές
Flag of Palaeologus Emperor.svg Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Flag of Genoa.svg Δημοκρατία της Γένοβας
Flag of Most Serene Republic of Venice.svg Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας
Fictitious Ottoman flag 1.svg Οθωμανικό Σουλτανάτο
Ηγετικά πρόσωπα
Flag of Palaeologus Emperor.svg Κωνσταντίνος ΙΑ΄
Flag of Palaeologus Emperor.svg Λουκάς Νοταράς
Flag of Genoa.svg Ιωάννης Ιουστινιάνη †
Fictitious Ottoman flag 1.svg Μωάμεθ Β’
Fictitious Ottoman flag 1.svg Ζαγάν Πασάς
Fictitious Ottoman flag 1.svg Σουλεϊμάν Μπαλτογλού
Δυνάμεις

Βυζαντινοί:

  • 8.500 άνδρες
  • 25 πλοία

Οθωμανοί:

  • 180.000 άνδρες
  • 150 πλοία
Απώλειες
Περίπου 5.000 νεκροί στρατιώτες και άμαχοι
32.000 νεκροί
260 αιχμάλωτοι θανατώθηκαν

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β’. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαΐου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει.

Το Βυζάντιο ήταν ήδη εξασθενημένο και διαιρεμένο τους τελευταίους δύο αιώνες, σκιά της παλιάς Αυτοκρατορίας. Η Άλωση του 1204 από τους Σταυροφόρους και αργότερα, μετά την επανάκτησή της το 1261, οι πολιτικές και θρησκευτικές έριδες, η αδυναμία βοήθειας από την Δύση, η άσχημη οικονομική κατάσταση και η φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδήγησαν στη σταδιακή εξασθένηση και συρρίκνωση. Η κατάληψη της Καλλίπολης το 1354 από τους Οθωμανούς, η οποία έφερε ορδές φανατικών μουσουλμάνων πολεμιστών στην Ευρώπη, σταδιακά κύκλωσε εδαφικά το Βυζάντιο, το οποίο έγινε το 1373 φόρου υποτελής στον Οθωμανό σουλτάνο. Έτσι, η Άλωση ήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα και της αδιάκοπης επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή. Οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα άνισες υπέρ των Τούρκων, σε σημείο που να μνημονεύεται από τις πηγές το τετελεσμένο της έκβασης της πολιορκίας. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στον ηρωισμό των πολιορκημένων και ιδιαίτερα του Αυτοκράτορα. Το γεγονός της πτώσης της «θεοφυλάκτου Πόλεως», άφησε βαθιά ίχνη στις πηγές της εποχής.

Απόρροια της Άλωσης ήταν η ανελέητη συνέχιση της εδαφικής προώθησης των Τούρκων στην Β.Αφρική και στην Κεντρική Ευρώπη . Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε στο απόγειό της, απειλώντας την Βιέννη. Πολλές φορές η Άλωση της Κωνσταντινούπολης χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς ως γεγονός που σηματοδοτεί το τέλους του Μεσαίωνα και την έναρξη της Αναγέννησης. Πολλοί μάλιστα εξ αυτών συμφωνούν στο ότι η μαζική μετακίνηση πολλών Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη στην Ιταλία λόγω της Άλωσης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του περιεχομένου και της φιλοσοφίας που ακολούθησαν τα πρόσωπα της Αναγέννησης.

Πηγές

Οι διάφορες πηγές που περιγράφουν αναλυτικά τις τελευταίες στιγμές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προέρχονται από επιφανείς ιστορικούς της εποχής και είναι καταγεγραμμένες σε διάφορες γλώσσες: ελληνικά, λατινικά, ιταλικά, σλάβικα, τούρκικα. Οι τέσσερις κυριότερες ελληνικές πηγές ποικίλουν ιδιαίτερα ως προς την εκτίμηση των γεγονότων. Ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας, επιφανής ιστορικός, αξιωματούχος και διπλωμάτης Γεώργιος Σφραντζής, που έλαβε και ο ίδιος μέρος στην πολιορκία και ήταν στενός φίλος του Αυτοκράτορα, περιέγραφε τις τελευταίες ημέρες του Βυζαντίου με σκοπό την αποκατάσταση της τιμής του ηττημένου Κωνσταντίνου ΙΑ’, της ταπεινωμένης του χώρας και της προσβεβλημένης ορθόδοξης πίστης. Ο Μιχαήλ Κριτόβουλος, που είχε προσχωρήσει στο στρατόπεδο των Τούρκων, περιγράφει τα γεγονότα από το πρίσμα ενός υπηκόου της νέας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν και ποτέ δεν επιτίθεται κατά των Ελλήνων συμπατριωτών του. Ο Δούκας, υποστηρικτής της ένωσης των εκκλησιών, τονίζει την ανάγκη συνεργασίας του Βυζαντίου με τις δυτικές δυνάμεις της εποχής. Μνημονεύει ιδιαίτερα τον Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη, ο οποίος θα συνεισφέρει στην άμυνα της πόλης για κάποιο χρονικό διάστημα. Τέλος, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης επιλέγει ως κύριο θέμα της ιστορίας του όχι το Βυζάντιο αλλά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τονίζοντας την ραγδαία επέκτασή της. Το έργο του Χαλκοκονδύλη όμως είναι ιδιαίτερα γενικού χαρακτήρα και ο ίδιος δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων[1].

Από τις Λατινικές πηγές ξεχωρίζει από τον καρδινάλιο Ισίδωρο η «Έκκληση προς όλους τους πιστούς του Χριστού» (Ad universos Christifideles de expugnatione Constantinopolis), ο οποίος μόλις που διέφυγε την αιχμαλωσία από τους Τούρκους. Ο Λεονάρδος ο Χίος, Λατίνος αρχιεπίσκοπος της Λέσβου, έστειλε μια έκθεση προς τον Πάπα, που παρουσιάζει τα γεγονότα της Άλωσης ως θεία τιμωρία των Βυζαντινών λόγω της απομάκρυνσής τους από την Καθολική πίστη. Από τις σημαντικότερες πηγές είναι το «Ημερολόγιο της πολιορκίας της Κωνσταντινουπόλεως», του Βενετού Νικόλαο Μπάρμπαρο, που περιγράφει μέρα προς μέρα τις συγκρούσεις. Αξιόλογα έργα έχει να παρουσιάσει και η ρωσική γραμματεία. Τέλος, υπάρχουν και τουρκικές πηγές που παρουσιάζουν τα γεγονότα από το πρίσμα του θριαμβεύοντος και νικηφόρου Ισλάμ και του εκπροσώπου του, Μωάμεθ Β’. Οι τουρκικές πηγές είναι εμπλουτισμένες και από θρύλους, σχετικούς με την Κωνσταντινούπολη και τον Βόσπορο[2].

Κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η ευρύτερη περιοχή το 1450.

Κατά τα 1.100 χρόνια ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη είχε πολιορκηθεί αρκετές φορές αλλά μόνο μία φορά είχε πέσει στα χέρια των εχθρών, το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας. Μετά το 1204 στην πόλη εγκαθιδρύθηκε ένα αδύναμο Λατινικό βασίλειο και οι υπόλοιπες περιοχές της Αυτοκρατορίας είχαν διασπαστεί σε επί μέρους βασίλεια. Ένα από αυτά, η ελληνική Αυτοκρατορία της Νίκαιας κατάφερε να επικρατήσει στην περιοχή και να ανακτήσει την Πόλη το 1261. Τους επόμενους δύο αιώνες, η εξασθενημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεχόταν συνεχείς επιθέσεις από Λατίνους, Σέρβους, Βουλγάρους και ιδιαίτερα από τους Οθωμανούς Τούρκους. Το 1453 στην Αυτοκρατορία ανήκαν εκτός από την ίδια την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της, το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου, με επίκεντρο τον Μυστρά. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ένα ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε το 1204 στην άκρη της Μικράς Ασίας και κατάφερε να επιβιώσει όλο αυτό το διάστημα, αποτελούσε εντελώς ξεχωριστή από το Βυζάντιο πολιτική οντότητα.

Οι αντίπαλοι ηγέτες

Μωάμεθ Β΄

Πορτραίτο του Μωάμεθ Β΄, από τον Τζεντίλε Μπελλίνι (Λονδίνο, Εθνική Πινακοθήκη). Σύμφωνα με μια παράδοση ο Μωάμεθ διαφώνησε με τον Μπελλίνι για το πώς έπρεπε να απεικονίζεται ο ανθρώπινος λαιμός. Για να λύσει το πρόβλημα, ο σουλτάνος διέταξε να φέρουν μπροστά τους έναν δούλο, τον οποίο έβαλε να αποκεφαλίσουν επιτόπου.

Στο οθωμανικό στρατόπεδο, ο Μωάμεθ Β’, είκοσι ενός μόλις ετών (το 1453), χαρακτήρας, όπως υποστηρίζει ο βυζαντινολόγος Βασίλιεφ, ιδιαίτερα σκληροτράχηλος, φιλοπόλεμος, υπέκυπτε γενικά σε κατώτερα πάθη, ταυτόχρονα όμως έδειχνε ενδιαφέρον για την επιστήμη και τη μόρφωση, ενώ κατείχε και τα χαρίσματα του στρατηγού, του πολιτικού και του οργανωτή. Ο Γ. Σφραντζής αναφέρει ότι ασχολούνταν με ιδιαίτερο ζήλο με τις επιστήμες, κυρίως αστρολογία, διάβαζε παραμύθια και μιλούσε εκτός από τουρκικά και άλλες πέντε γλώσσες. Οι μουσουλμανικές πηγές εξυμνούν την ευσέβειά του και την προστασία που παρείχε στους ομοθρήσκους του λογίους.[3]

Η επιθυμία να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη είχε γίνει έμμονη ιδέα για τον νεαρό σουλτάνο: διασώζεται ότι έμενε άυπνος για συνεχείς νύχτες, χαράσσοντας στο χαρτί το σχέδιο της πόλης και σημειώνοντας τα σημεία που μπορούσαν να προσβληθούν ευκολότερα. Αφού αποφάσισε να δώσει το τελικό χτύπημα στην Πόλη, ο Μωάμεθ άρχισε να εργάζεται με εξαιρετική προσοχή. Πρώτα έκτισε, στα βόρεια της πόλης, στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, στο πιο στενό σημείο του, ένα ισχυρό φρούριο, το Ρούμελι Χισάρ (ή Μπογάζ Κεσέν, στα τουρκικά «Λαιμοκόφτης»). Τα κανόνια που τοποθετήθηκαν εκεί ήταν ό,τι πιο προηγμένο είχε να επιδείξει η πολεμική τεχνολογία της εποχής. Αυτή η ενέργεια προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στους Βυζαντινούς, που πίστεψαν πια ότι πλησιάζει το τέλος τους. Το οχυρωματικό αυτό έργο απέκοπτε, σε συνδυασμό με το προϋπάρχον οχυρό στην απέναντι ασιατική ακτή (Ανατολού-χισάρ), την θαλάσσια επικοινωνία της Κωνσταντινούπολης με τα λιμάνια του Εύξεινου πόντου, στερώντας έτσι πολύτιμες ενισχύσεις και εφόδια για την πόλη[4]. Αμέσως μετά, ο Μωάμεθ Β’ έστειλε τον Τουραχάν μπέη να εισβάλει στις βυζαντινές περιοχές της Πελοποννήσου, για να εμποδίσει την αποστολή ενισχύσεων από τους αδελφούς του Κωνσταντίνου, οι οποίοι διοικούσαν το Δεσποτάτο του Μυστρά[5].

Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος

Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος. (φανταστικό πορτραίτο)

Η περιοχή που αναγνώριζε την εξουσία του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα, περιοριζόταν στην Κωνσταντινούπολη, με τις πλησιέστερες προς αυτήν εκτάσεις της Θράκης, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου (Μορέως), η οποία βρίσκονταν μακριά από την βασιλεύουσα και κάτω από την ουσιαστική κυριαρχία των αδελφών του Αυτοκράτορα.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ κατέβαλε γενναιόδωρες προσπάθειες να περισώσει από την Αυτοκρατορία ό,τι ήταν δυνατό, ο ίδιος ως χαρακτήρας διακρινόταν για την ενεργητικότητα και την ανδρεία του. Ένας Ιταλός ανθρωπιστής, ο Φραντσέσκο Φίλελφο, τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο «με ευσεβές και ανώτερο πνεύμα». Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο βυζαντινός Αυτοκράτορας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια σε αυτόν τον άνισο αγώνα, μετέφερε στην πόλη όλες τις ποσότητες σιτηρών που ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν και επισκεύασε τα τείχη της πόλης. Η είσοδος του Κεράτιου κόλπου κλείσθηκε με βαριά αλυσίδα, όπως συνέβαινε κάθε φορά σε επικείμενες καταστάσεις πολιορκίας για να αποτραπεί η διείσδυση του εχθρικού στόλου. Η φρουρά της πόλης όμως μόλις έφθανε τις λίγες χιλιάδες.

Ο Αυτοκράτορας στράφηκε για βοήθεια και προς τα κράτη της Δύσης. Τελικά σοβαρές στρατιωτικές ενισχύσεις δεν κατέφθασαν ποτέ στην πόλη. Αντί για στρατιωτική βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη έφθασε ένας καρδινάλιος, ελληνικής καταγωγής, ο Ισίδωρος, που είχε λάβει παλαιότερα μέρος στην Σύνοδο της Φλωρεντίας. Ο Ισίδωρος τέλεσε και μια λειτουργία στην Αγία Σοφία, το γεγονός αυτό όμως προκάλεσε μεγάλη αναταραχή μεταξύ του πληθυσμού της πόλης. Ένας από τους πιο σημαντικούς βυζαντινούς στρατηγούς του Αυτοκράτορα, ο Λουκάς Νοταράς, είπε:

Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν τη μέση τη πόλει φακίολον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν.

Παρατάξεις

Ο Οθωμανικός στρατός

Ίσως να θεωρείται βέβαιο από τις πηγές ότι ο στρατός του Μωάμεθ Β’ ήταν τουλάχιστον 150.000 άντρες. Σύμφωνα όμως με νεότερους ιστορικούς τα τακτικά στρατεύματα πρέπει να έφταναν τους 80.000-100.000 στρατιώτες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές επαρχίες[6]. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν το επίλεκτο σώμα 12.000 γενιτσάρων και αρκετοί χριστιανοί υποτελείς των Οθωμανών[7]. Το στράτευμα συνίστατο σε πεζικό, ιππικό, πυροβολικό. Επίσης υπήρχαν ελαφρά σώματα από τοξότες, σφενδονιστές και ακοντιστές. Όλοι οι πολεμιστές ήταν πολύ καλά εξοπλισμένοι με κάθε είδους όπλο, αμυντικό ή επιθετικό και έφεραν ασπίδες, επενδυμένες με σίδερο, κράνη, τόξα και βέλη, ξίφη και οτιδήποτε άλλο θεωρούνταν κατάλληλο για τειχομαχία. Ο στρατός ήταν άριστα εκπαιδευμένος και οργανωμένος και επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός. Ο οθωμανικός στρατός φαινόταν πολύ μεγαλύτερος γιατί τον ακολουθούσε μεγάλος αριθμός από επικουρικό προσωπικό. Επί πλέον είχαν συγκεντρωθεί ατελείωτα πλήθη Τούρκων ατάκτων, που τους προσέλκυσε η προοπτική της λεηλασίας[8]. Επίσης πολυάριθμοι φανατικοί μουσουλμάνοι μοναχοί (δερβίσηδες) και ιερωμένοι κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους στρατιώτες και με κηρύγματα τόνωναν την πολεμική ορμή τους.

Ο Μωάμεθ γνώριζε ότι χωρίς να μπορέσει πρώτα να ελέγξει την θαλάσσια περιοχή της πόλης πολύ δύσκολα θα κατάφερνε την άλωση της μόνο από την ξηρά. Γι΄ αυτό αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ισχυρό στόλο που αποτελούνταν από 6 τριήρεις (οι οποίες αντί για τρεις παράλληλες σειρές κωπήλατων που είχαν οι αρχαίες, αυτές είχαν μία με τρεις κωπηλάτες), 10 διήρεις, περίπου 15 γαλέρες, περίπου 70 φούστες, 20 παραντάρια και έναν άγνωστο αριθμό από καΐκια και κότερα[9]. Το μέγεθός του πρέπει να έφτανε τις 150 μονάδες[10]. Ο σουλτάνος προσωπικά επέλεξε με προσοχή τους αξιωματικούς που θα τον στελέχωναν, ενώ ως διοικητή του επέλεξε έναν Βούλγαρο εξωμότη, τον Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου[11].

Η τελευταία πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, γαλλική μινιατούρα της εποχής, 15ος αιώνας

Όμως εκεί πού έδωσε την μεγαλύτερη προσοχή ο σουλτάνος ήταν στην κατασκευή πυροβόλων που θα μπορούσαν να καταστρέψουν τα ισχυρά τείχη που προστάτευαν την Κωνσταντινούπολη. Ο Μωάμεθ Β’ υπήρξε ο πρώτος στρατιωτικός ηγέτης που είχε στην διάθεσή του πραγματικά οργανωμένο πυροβολικό. Ο άνθρωπος που το αναβάθμισε και το έκανε το καλύτερο της εποχής του ήταν ένας επιδέξιος τεχνίτης, ο Ουρβανός, ο οποίος ήταν ουγγρικής ή σαξονικής καταγωγής[12]. Το μεγαλύτερο πυροβόλο που έφτιαξε ο Ουρβανός είχε μήκος 8 μέτρα και εκτόξευε πέτρινα βλήματα βάρους περίπου 400 κιλών. Συνολικά το οθωμανικό πυροβολικό είχε 70 πυροβόλα από τα οποία τα 11 εκτόξευαν βλήματα 250 κιλών και πάνω από 50 χρησιμοποιούσαν βλήματα 100 κιλών. Με αυτά ο Μωάμεθ σχημάτισε 14 πυροβολαρχίες, 9 από τις οποίες περιλάμβαναν μικρότερου διαμετρήματος πυροβόλα και 5 που περιλάμβαναν τα μεγαλύτερα πυροβόλα[13]. Ο ιστορικός Κριτόβουλος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι οι υπόνομοι και οι υπόγειοι διάδρομοι που άνοιγαν οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη αποδείχθηκαν εντελώς περιττοί καθώς τα κανόνια έδωσαν την λύση στο θέμα. Ακόμη και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ορατά σε πολλά σημεία της πόλης τα τεράστια βλήματα που βρίσκονταν στην ίδια θέση που είχαν πέσει το 1453[14].

Οι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης

Σχετικά με το στρατό των αμυνόμενων, εγκυρότερη θεωρείται η αναφορά του Σφραντζή, ο οποίος ανέλαβε την καταμέτρηση των δυνάμεων κατ’ εντολή του αυτοκράτορα. Ο Σφραντζής αναφέρει 4.937 βυζαντινούς και περίπου 2000 ξένους[15]. Από τους ξένους ξεχωρίζαν οι 700 κατάφρακτοι στρατιώτες που έφθασαν στην βυζαντινή πρωτεύουσα τον Ιανουάριο του 1453 με δύο γενουάτικα πλοία. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος απένειμε στον αρχηγό τους Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, έμπειρο πολεμιστή, τον τίτλο του πρωτοστάτορος (αρχιστρατήγου) και του ανέθεσε την άμυνα της πόλης[16]. Σε κάθε περίπτωση ο συνολικός αριθμός δεν πρέπει να υπερέβαινε τους 8.500[17].

Οι βυζαντινοί διέθεταν και πυροβολικό, μικρότερο σε μέγεθος διαμετρημάτων σε σχέση με το οθωμανικό. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως στις πρώτες μέρες τις πολιορκίας και μετά σίγησε λόγω της ελάχιστης ποσότητας πυρίτιδας και βλημάτων, αλλά και τις διαφωνίας στον τρόπο χρήσης αυτών των όπλων [18].

Στην αρχή τις πολιορκίας υπήρχαν στον Κεράτιο κόλπο 26 πλοία πολεμικά. Από αυτά 10 ανήκαν στο Βυζάντιο, 5 ήταν βενετικά, 5 γενοβέζικα, 3 κρητικά, 1 από την Ανκόνα, 1 από την Καταλωνία και 1 από την Προβηγκία. Υπήρχαν επίσης μικρότερα σκάφη και εμπορικά πλοία των Γενοβέζων που ήταν ελλιμενισμένα στο Πέραν[19].

Τα τείχη της πόλης

Κύριο λήμμα: Θεοδοσιανά τείχη

Η μορφή της περιτειχισμένης Κωνσταντινούπολης μπορεί να περιγραφεί ως τριγωνική. Ως βάση του τριγώνου ήταν τα χερσαία τείχη ενώ οι πλευρές του, που αποτελούσαν και την ακτογραμμή της πόλης, σχηματιζόταν από τα θαλάσσια τείχη[20].

Σχεδιαστική τομή των χερσαίων τειχών της Κωνσταντινούπολης

Τα χερσαία (ή Θεοδοσιανά) τείχη, που είχαν μήκος 5.570 μέτρων περίπου, εκτεινόταν από την αποβάθρα των Πηγών στην ακτή της Προποντίδας μέχρι τη συνοικία των Βλαχερνών. Σε όλο τους το μήκος ήταν διπλά, με εκείνο που έβλεπε προς την πόλη έφερε την ονομασία Έσω Τείχος και εκείνο που έβλεπε προς την πεδιάδα ονομαζόταν Έξω Τείχος. Η κύρια γραμμή άμυνας των βυζαντινών ήταν το Έσω τείχος, που είχε ύψος 12 μέτρα και πλάτος 5 μέτρα, και περιλάμβανε 96 πύργους ύψους 18 ως 20 μέτρα ο καθένας. Οι πύργοι αυτοί απείχαν μεταξύ τους 55 μ. περίπου. Το Έξω Τείχος είχε 8,5 μέτρα ύψος και 2 μ. πλάτος και είχε επίσης 96 πύργους, που είχαν ύψος 10 μ. περίπου και ήταν τοποθετημένοι έτσι ώστε να βρίσκονται στο κέντρο του κενού που άφηναν ανάμεσά τους οι εσώπυργοι. Τα τείχη απείχαν μεταξύ τους 15 έως 20 μ. ενώ ο χώρος που υπήρχε μεταξύ τους ονομαζόταν από τους βυζαντινούς «Περίβολος». Σε όλο το μήκος του Έξω Τείχους και σε απόσταση 15 έως 17μ. περίπου από αυτό υπήρχε τάφρος που το πλάτος της ήταν 19 μέχρι 21 μ. και το βάθος της περίπου 10 μ. Τα χερσαία τείχη είχαν 10 πύλες[21].

Η πρόσβαση στην πόλη από την θάλασσα παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες χάρης σε ένα ισχυρό θαλάσσιο ρεύμα στον Βόσπορο, τους βόρειους ανέμους αλλά και μια σειρά από ξέρες και ύφαλους που υπήρχαν στην Προποντίδα. Έτσι, για την προστασία των ακτών αρκούσε μόνο μια σειρά τειχών. Το παραθαλάσσιο τείχος του Κερατίου κόλπου εκτείνονταν από την συνοικία των Βλαχερνών μέχρι την παλαιά Ακρόπολη και είχε ύψος 10μ. περίπου, 17 πύλες, 110 πύργους και μήκος 5.600 μ. Στην εξωτερική πλευρά του υπήρχε μια στενή λωρίδα γης. Το τείχος της Προποντίδας, που ξεκινούσε από την Ακρόπολη και έφτανε ως την αποβάθρα των Πηγών, είχε ύψος 12 ως 15 μ., διέθετε 188 πύργους, περίπου 13 πύλες και είχε μήκος 8.900 μ. Σχεδόν σε όλο το μήκος το τείχος της Προποντίδας ήταν δίπλα στη θάλασσα, επομένως η αποβίβαση εχθρικών δυνάμεων ήταν αδύνατη και το έργο της άμυνας καθίστατο πιο εύκολο[22].

Η πολιορκία

Οι Οθωμανοί προ των τειχών

Η Κωνσταντινούπολη και τα τείχη του Θεοδόσιου

Τα πρώτα οθωμανικά αποσπάσματα έκαναν την εμφάνιση τους στις 2 Απριλίου, ενώ ολόκληρο το στράτευμα έφτασε σταδιακά έξω από τα τείχη της πόλης έως στις 5 Απριλίου. Την ίδια ημερομηνία έφτασε και ο σουλτάνος με τις τελευταίες μονάδες και αμέσως απέκλεισε την πόλη από στεριά και θάλασσα[23] .

Όσον αφορά την διάταξη των αντιπάλων, ο αυτοκράτορας με τα καλύτερα στρατεύματά του ανέλαβε την υπεράσπιση του μεσαίου τμήματος των χερσαίων τειχών (Μεσοτειχίου), που ήταν και τα πιο ευπρόσβλητα, γιατί σ΄ εκείνο το σημείο τα διέσχιζε κάθετα ο χείμαρρος Λύκος. Απέναντί του τάχθηκε ο σουλτάνος με τους γενίτσαρους και άλλες επίλεκτες μονάδες, καθώς και το μεγάλο κανόνι που κατασκεύασε ο Ουρβανός[24].

Αριστερά του αυτοκράτορα, προς την Προποντίδα, ήταν ο Καττενάο με τα γενοβέζικα στρατεύματά του, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο οποίος μαζί με μερικούς βυζαντινούς φύλασσε την πύλη των Πηγών, ο Φίλιππος Κονταρίνι που ήταν υπεύθυνος για το τμήμα από την πύλη των Πηγών μέχρι τη Χρυσή πύλη, στην οποία ήταν ο Γενοβέζος Μανουήλ, ενώ λίγο πιο κάτω, δίπλα στα θαλάσσια τείχη, ήταν ο Δημήτριος Καντακουζηνός. Απέναντί τους οι Οθωμανοί παρέταξαν τα μικρασιατικά στρατεύματα υπό τον Ισάκ πασά[25].

Δεξιά του αυτοκράτορα, προς τον Κεράτιο Κόλπο, στο τμήμα των τειχών που ονομάζονταν Μυριάνδριον παρατάχθηκε ο Ιουστιννιάνης, ο οποίος λίγο μετά μετακινήθηκε στο σημείο που ήταν ο αυτοκράτορας. Αντικαταστάθηκε από ένα τμήμα υπό τους αδελφούς Μποκκιάρντι. Πιο πάνω, στο παλάτι των Βλαχερνών, εγκαταστάθηκε ο Βενετός βάιλος Μιννότο, ενώ ένας συμπατριώτης του, ο Τεόντορο Καρίστο, στρατοπέδευσε μαζί με τους άντρες του στο τμήμα των τειχών μεταξύ της πύλης Καλιγαρίας και του Θεοδοσιανού τείχους. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος μαζί με τους αδελφούς Λανγκάσκο ήταν πίσω από την τάφρο στο σημείο που κατέληγε στον Κεράτιο. Όλοι αυτοί είχαν να αντιμετωπίσουν τα ευρωπαϊκά στρατεύματα των Οθωμανών, υπό τον Καρατζά πασά.[26]

Η διάταξη των αντιπάλων

Τα θαλάσσια τείχη φυλάσσονταν από την πλευρά της Προποντίδας από τον Τζιάκομο Κονταρίνι, ο οποίος αμυνόταν στην περιοχή του Στουδίου. Δίπλα του υπήρχε ένα τμήμα από Έλληνες καλόγερους. Στο λιμάνι του Ελευθερίου ήταν ο πρίγκιπας Ορχάν με τους Τούρκους του, ενώ στο ανατολικό παράλιο της Προποντίδας εγκαταστάθηκαν άντρες της καταλανικής παροικίας υπό τον Περέ Χούλια. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος με 200 τοξότες υπεράσπιζε το ακρωτήριο της ακρόπολης. Τις ακτές του Κερατίου κόλπου φύλασσαν 700 Βενετοί και Γενοβέζοι ναύτες υπό τον Γκαμπριέλε Τρεβιζάνο. Στον Αλβίζο Ντιέντο παραχωρήθηκε η διοίκηση των πλοίων που ήταν στον κόλπο. Απέναντί τους είχαν τον Ζαγανός πασά με ένα τμήμα του Οθωμανικού στρατού, το οποίο παρατάχθηκε στο σημείο όπου τα χερσαία τείχη ενώνονταν με τα τείχη του Κεράτιου. Μέσα στην πόλη υπήρχαν δύο αποσπάσματα ως εφεδρεία: ένα υπό τον Λουκά Νοταρά, που στάθμευε στην συνοικία της Πέτρας, και το άλλο, υπό τον Νικηφόρο Παλαιολόγο, κοντά στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.[27]

Στις 6 Απριλίου κηρύχθηκε επίσημα η πολιορκία από τον Μωάμεθ Β’, αφού πρώτα, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, η πρόταση του για να παραδοθεί η πόλη υποσχόμενος ότι θα σέβονταν την ζωή και την περιουσία των κατοίκων, απορρίφθηκε από τους βυζαντινούς[28]. Αμέσως ξεκίνησε ο κανονιοβολισμός, με αποτέλεσμα ένα τμήμα των τειχών κοντά στη Χαρίσια πύλη να καταστραφεί, όμως οι υπερασπιστές κατάφεραν να το επισκευάσουν γρήγορα. Ταυτόχρονα οι Οθωμανοί άρχισαν εργασίες για να παραγεμίσουν την τάφρο, ώστε σε περίπτωση ρήγματος των τειχών να μπορούν να επιτεθούν με ευκολία. Επίσης αναλήφθηκαν υπονομευτικές εργασίες εναντίον των τμημάτων των τειχών που το έδαφος ήταν κατάλληλο. Στην θάλασσα τα πλοία έκαναν την πρώτη τους επίθεση, πιθανόν στις 9 Απριλίου, χωρίς επιτυχία, με αποτέλεσμα ο Μπαλτόγλου να περιμένει την άφιξη της μοίρας του Ευξείνου για να σχεδιάσει νέες επιχειρήσεις[29]. Το διάστημα μεταξύ 6 με 11 Απριλίου ο Μωάμεθ πήρε μερικά στρατεύματα και κυρίευσε δύο φρούρια που υπήρχαν έξω από την πόλη, το Θεράπειο και Στουδίου, ενώ την ίδια περίοδο ο Μπαλτόγλου επιτέθηκε και κατέλαβε τα Πριγκιπόνησα[30].

Στις 12 κατέφθασε ο τουρκικός στόλος από την Καλλίπολη και αγκυροβόλησε στο Διπλοκιόνιο. Ήταν ο πρώτος πραγματικά αξιόμαχος στόλος που είχαν αποκτήσει οι Οθωμανοί. Την ίδια μέρα ξεκίνησε ο βομβαρδισμός με τα κανόνια, που συνεχίστηκε αδιάκοπα σε όλο το διάστημα της πολιορκίας[31]. Οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά τους κανόνια, που άλλωστε ήταν πολύ κατώτερα από τα τουρκικά, τα οποία είχαν τοποθετήσει πάνω στα τείχη για να βάλλουν εναντίον των πολιορκητών, αλλά γρήγορα διαπίστωσαν ότι κάθε βολή τους προκαλούσε ρωγμές στα ίδια τα τείχη[28]. Ωστόσο η άμυνα τις πρώτες βδομάδες διεξάγονταν με επιτυχία.

Την νύχτα της 18ης Απριλίου οι Οθωμανοί επιτέθηκαν με αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες στο Μεσοτείχιο. Καθώς το σημείο επίθεσης ήταν στενό η αριθμητική υπεροχή των Τούρκων ήταν χωρίς νόημα, ενώ η ανώτερη θωράκιση των βυζαντινών, όπως και η ηγετική ικανότητα του Τζουστινιάνι, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην νικηφόρα απόκρουση της επίθεσης. Μετά από τέσσερις ώρες άκαρπων επιθέσεων οι Οθωμανοί υποχώρησαν έχοντας 200 νεκρούς ενώ οι υπερασπιστές κανέναν[32].

Στις 20 Απριλίου σημειώθηκε ένα αναπάντεχα ευχάριστο γεγονός για τους πολιορκημένους: Στολίσκος τεσσάρων πλοίων ( αποτελούμενος από τρία γενουάτικα πλοία και ένα βυζαντινό), μετά από νικηφόρα σύγκρουση με αριθμητικά υπέρτερο τουρκικό στόλο, ήλθαν να ενισχύσουν τους Βυζαντινούς μεταφέροντας, μεταξύ των άλλων, τρόφιμα και εφόδια στην πολιορκημένη πρωτεύουσα . Ο σουλτάνος είχε τόσο αναστατωθεί από την ναυμαχία αυτή που προχώρησε έφιππος στην θάλασσα. Το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για την ψυχολογία των πολιορκημένων, οι οποίοι πίστευαν ότι η ευνοϊκή έκβαση της πολιορκίας ήταν πλέον ορατή[33].

Ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ επιβλέπει την υπερνεώλκηση του τουρκικού στόλου. Πίνακας του Fausto Zonaro, (1854-1929)

Στις 22 Απριλίου, ο στόλος των Τούρκων ύστερα από επιχείρηση της προηγούμενης νύχτας, κατάφερε να διεισδύσει εντός του Κεράτιου κόλπου. Για τον σκοπό είχε κατασκευαστεί στην κοιλάδα μεταξύ των λόγγων, ένα είδος ξύλινης εξέδρας, επάνω από την οποία σύρθηκαν- με τη βοήθεια πλήθους ανθρώπων που ήταν στη διάθεση του Μωάμεθ Β΄- τα οθωμανικά πλοία, που είχαν τοποθετηθεί πάνω σε τροχούς. Για να μη γίνει αντιληπτό το εγχείρημα, τα κανόνια βομβάρδιζαν ακατάπαυστα το χερσαίο τείχος. Ο στόλος των Βυζαντινών και των Ιταλών συμμάχων τους, που στάθμευε εντός του Κεράτιου κόλπου, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο πυρά και η κατάσταση της πόλης έγινε κρίσιμη. Τότε οργανώθηκε σχέδιο για να πυρποληθεί ο τουρκικός στόλος με υγρό πυρ την επόμενη νύχτα, όμως το σχέδιο προδόθηκε στους Τούρκους και έτσι δεν πραγματοποιήθηκε. Επιπλέον, η άμυνα της πόλης εξασθενούσε, καθώς έπρεπε πλέον να τοποθετηθούν και δυνάμεις στο τείχος του Κερατίου που ως τότε δεν είχε ανάγκη από ιδιαίτερη περιφρούρηση.

Στο μεταξύ στη βυζαντινή πρωτεύουσα είχε γίνει ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη τροφίμων. Οι πολεμιστές είχαν αρχίζει να κουράζονται με τις αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις. Επίσης Βενετοί και Γενουάτες διαπληκτίζονταν κατηγορώντας οι πρώτοι τους δεύτερους για συνεργασία με τον εχθρό. Υπήρχαν φήμες ότι οι Γενουάτες του Γαλατά, ο οποίος έμεινε ανέγγιχτος από τους Τούρκους σε όλο το διάστημα της πολιορκίας, βοηθούσαν τον σουλτάνο. Επίσης πολλοί Βυζαντινοί αλλά και ξένοι συμβούλευαν τον Αυτοκράτορα να διαφύγει, όμως ο Κωνσταντίνος με θάρρος και αξιοπρέπεια απέρριπτε την ταπεινωτική αυτή λύση.

Ο συνεχής βομβαρδισμός της πόλης, που δεν διακόπηκε για αρκετές βδομάδες καθόλου, εξάντλησε εντελώς τον πληθυσμό, άντρες, γυναίκες παιδιά, ιερείς, μοναχοί προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις πολυάριθμες ρωγμές του τείχους. Η πολιορκία είχε ήδη διαρκέσει πενήντα μέρες. Ταυτόχρονα στο οθωμανικό στρατόπεδο επικρατούσαν φήμες, πιθανόν ψεύτικες, για την πιθανή άφιξη πολυάριθμου χριστιανικού στόλου από τη Δύση, κάτι που ανάγκασε τον Μωάμεθ να εντείνει την προσπάθεια για κατάληψη της πόλης.

Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Τέλος, εγγυόταν για την ασφάλεια και την περιουσία του πληθυσμού που θα παρέμενε στην πόλη. Οι αντιπροτάσεις του Κωνσταντίνου διαπνέονταν από πνεύμα αξιοπρέπειας και αποφασιστικότητας. Δέχονταν να πληρώσει άκομα υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει. Για την Κωνσταντινούπολη όμως δήλωσε:

Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ’ ἐμὸν ἐστίν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Δηλαδή, σε σύγχρονη απόδοση:

Το να σου (παρα)δώσω όμως την πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της• διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσομε τη ζωή μας.

Η τελική επίθεση

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ

Ύστερα από την αποτυχημένη προσέγγιση, ο Μωάμεθ Β’ κάλεσε πολεμικό συμβούλιο και κατόπιν έβγαλε λόγο προς τους στρατιώτες του, ζητώντας του θάρρος και σταθερότητα. Τόνισε ότι υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για έναν επιτυχή πόλεμο: η επιθυμία (για τη νίκη), η ντροπή (για την ήττα) και η υπακοή στους ηγέτες. Επίσης δήλωσε με όρκο πως ο ίδιος ήθελε μόνο τα τείχη και τα οικοδομήματα της πόλης και πως αφήνει στο στρατό του όλα τα άλλα. Υπογράμμισε πως υπάρχουν θησαυροί μέσα στα κτήρια και κυρίως στις εκκλησίες και πως θα επωφεληθούν από τον εξανδραποδισμό των κατοίκων, ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές νέες γυναίκες. Τέλος διέταξε νηστεία και προσευχή. Η επίθεση ορίστηκε για την νύχτα της 29ης Μαΐου[34].

Στις 28 Μαΐου συντελέστηκε μεγάλη ακολουθία στην Αγία Σοφία, η τελευταία χριστιανική ακολουθία που πραγματοποιήθηκε στην περίφημη εκκλησία της πόλης, την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ σε λόγο προς τον λαό του, όπως τον διασώζει ο Σφραντζής, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός». Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε την ομιλία του ως εξής:

…Γνωρίσατε λοιπόν τούτο: Εάν ειλικρινά υπακούσετε ό,τι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται επάνω μας.[35]

Την Τρίτη το βράδυ, 29 Μαΐου, μεταξύ 01.00 και 02.00, εκδηλώθηκε γενική τουρκική επίθεση. Μόλις δόθηκε το σύνθημα η πόλη υπέστη συνδυασμένη επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως. Οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ’ όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν κάτω από τα τείχη. Παρόλο που στις επιθέσεις ήταν περισσότεροι αριθμητικά, οι Βυζαντινοί τους απώθησαν αρκετές φορές προκαλώντας τους τρομερές απώλειες. Οι δύο πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Όμως ο Μωάμεθ Β’ οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Με ιδιαίτερη επιμονή οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του μέρους των τειχών το οποίο ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού (Πέμπτον), όπου πολεμούσε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνης, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ακόμα και μετά από αυτή την επιτυχία, οι Οθωμανοί αδυνατούσαν να διεισδύσουν στην Πόλη . Στα τείχη, όμως, δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στην μάχη. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τον θάνατο του και για τον λόγο αυτό ο θάνατός του έγινε γρήγορα θέμα ενός θρύλου που έχει συσκοτίσει την ιστορική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να σπάσουν τη γραμμή άμυνας των τειχών, παρά μόνο όταν από εσωτερική προδοσία μπήκαν από την Κερκόπορτα και περικύκλωσαν τους αμυνόμενους.

Λεηλασίες

Η είσοδος του Μωάμεθ Β΄ στην Κωνσταντινούπολη (πίνακας του Jean-Joseph Benjamin-Constant, 19ος αιώνας).

Η πολιορκία κράτησε σχεδόν 2 μήνες και, τελικά, ο σημαντικά ισχυρότερος Μωάμεθ κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 (αποφράς ημέρα). Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια. Αλλά οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος. Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών.

Όπως παραδίδει ο Σφραντζής, δόθηκε διαταγή για τριήμερη λεηλασία της πόλης. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ουσιαστικά η λεηλασία έπαυσε μετά την πρώτη ημέρα[36][37]. O ιστορικός Δούκας αναφέρει πως ο σουλτάνος επιφύλαξε για τον εαυτό του τα οικοδομήματα και τα τείχη της πόλης, αφήνοντας τα υπόλοιπα αγαθά, τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στη διάθεση των στρατευμάτων[38]. Ο άμαχος πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης θανατωνόταν χωρίς διάκριση.[39] Οι εκκλησίες με επικεφαλής την Αγία Σοφία, καθώς και τα μοναστήρια με όλο τους τον πλούτο λεηλατήθηκαν και βεβηλώθηκαν, ενώ οι ιδιωτικές περιουσίες έγιναν αντικείμενο αρπαγής και λαφυραγωγίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών χάθηκαν αναρίθμητοι πολιτιστικοί θησαυροί. Πολύτιμα βιβλία κάηκαν, κομματιάστηκαν ή πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές[40]. Ο ιστορικός Κριτόβουλος, που ανήκε στο οθωμανικό στρατόπεδο, αναφέρει ότι δεν υπήρξε στοιχειώδης οίκτος κατά τις λεηλασίες και η πόλη ερημώθηκε ολοσχερώς.[41]

Επακόλουθα της Άλωσης

Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη
Byzantine Constantinople-el.svg
330 Ίδρυση της πόλης
413 Ολοκλήρωση των Θεοδοσιανών Τειχών
474 Μεγάλη πυρκαγιά
532 Στάση του Νίκα
537 Ολοκλήρωση της Αγίας Σοφίας
626 Πολιορκία από τους Άβαρους
674-78 Α´ αραβική πολιορκία
717-18 Β´ αραβική πολιορκία
1204 Σταυροφορική άλωση
1261 Επανάκτηση της πόλης
από τον Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγο
1453 Οθωμανική άλωση

Η Ορθόδοξη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε πια να υφίσταται και στη θέση της ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη όπου και μετονομάστηκε από τους Τούρκους Ισταμπούλ.[42] (από τη φράση εις την πόλιν) και παρέμεινε έδρα της Αυτοκρατορίας ως την οριστική κατάλυσή της, το 1922. Αντίθετα το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης έλαμψε με την ανάδειξη σε πατριάρχη του ανθενωτικού Γεννάδιου Σχολάριου καθ΄ υπόδειξη του Μωάμεθ λαμβάνοντας από τον ίδιο και διάφορα πρόσθετα προνόμια μέχρι ακόμα και οθωμανική φρουρά.

Πρώτος που φέρεται να προσπάθησε να συνεγείρει τους Ηγεμόνες της Δύσης για ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Χριστιανούς ήταν ο τότε Μέγας Μάγιστρος του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη των Ιεροσολύμων, που έδρευε την εποχή εκείνη στη Ρόδο, ο Ζαν ντε Λαστίκ ο οποίος με γράμματά του στον Πάπα και σε όλους τους Ηγεμόνες τους εξόρκιζε να πάρουν τα όπλα και «να εκδικηθούν για το χριστιανικό αίμα που χύθηκε στην Κωνσταντινούπολη εξ αιτίας των Τούρκων αλλά και για τη σωτηρία της Ρόδου του ισχυρότατου αυτού προμαχώνα της χριστιανικής πολιτείας». Παράλληλα όμως υπήρχαν και πολλοί Έλληνες που διέτρεχαν την Ευρώπη κηρύττοντας «ιερό πόλεμο» κατά των Τούρκων, μεταξύ αυτών ήταν ο Ισίδωρος ο Πελοποννήσιος, ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος, ο Ανδρόνικος ο Θεσσαλονικεύς κ.ά., ενώ ο Ρόδιος λαϊκός στιχουργός Εμμανουήλ Γεωργιλάς απέδιδε το πνεύμα της εποχής σε ποιήματά του προτρέποντας τη Δύση να συνασπιστεί κατά των Τούρκων για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης, επειδή:»Η Πόλις ήτον το σπαθί, / η Πόλις το κοντάρι.Η Πόλις ήτον το κλειδί / της Ρωμανίας όλης Κ΄ εκλείδωνε κ΄ εσφάλιζεν / όλην την ΡωμανίανΚ΄ όλον το Αρχιπέλαγος / εσφικτοκλείδωνέν το».

Στις παραπάνω εκκλήσεις ο Πάπας Νικόλαος Ε΄ επέδειξε πλήρη αδιαφορία, σε αντίθεση με τους διαδόχους του στον παπικό θρόνο Κάλλιστο Γ΄ και Πίο Β΄. Επίσης ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καθώς και ο Δούκας Φίλιππος της Βουργουνδίας ο επιλεγόμενος Καλός μόλις ενημερώθηκαν σχετικά με την άλωση συναντήθηκαν και συσκέφθηκαν πλην όμως οι προθέσεις τους ναυάγησαν από την «ακατονόμαστη αντίσταση»[43] και για «ελεεινές μικροφιλοτιμίες»[44] του τότε βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου Ζ΄

Υπενθυμίζεται ότι την εποχή εκείνη ένα μεγάλο μέρος του ελλαδικού χώρου αποτελούσαν βασίλεια όπως της Κύπρου, Δουκάτα όπως το φράγκικο των Αθηνών και κυρίως ενετικές κτήσεις όπως το Δουκάτο του Αρχιπελάγους με έδρα τη Νάξο, η Εύβοια ή Νεγρεπόντε και Κεφαλονιά (από το 1209), η Κρήτη (από το 1212), η Κέρκυρα (από το 1215), η Ρόδος κ.ά., τα δύο δεσποτάτα Μυστρά και Ηπείρου καθώς και κάποια αρχονταρίκια.

Όταν το 1456 ο Μωάμεθ Β’ απέσπασε από τους Φράγκους την Αθήνα και λίγο αργότερα υπέταξε όλες τις ελληνικές περιοχές, όπως και την Πελοπόννησο τότε ξύπνησε από το λήθαργο η Δύση και άρχισαν ν΄ ακούγονται οι πρώτες φωνές για τον άπιστο και κοινό εχθρό. Ο Παρθενώνας, που τότε είχε μετατραπεί από τους χριστιανούς σε εκκλησία της Θεοτόκου, επανα-μετατράπηκε με διαταγή του ίδιου του Μωάμεθ Β΄ σε τζαμί. Το 1457 εμφανίζεται στο Αιγαίο ο παπικός στόλος που ξεκινά επιδρομές για κατάληψη νήσων που βρίσκονταν υπό τουρκική κυριαρχία με συνέπεια την κατάργηση της Ηγεμονίας του Αίμου του Οίκου των Κατελούζων. Το 1461, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας περιήλθε και αυτή στην εξουσία των Οθωμανών. Την ίδια χρονιά καταλήφθηκαν και τα τελευταία υπολείμματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Η πτώση της Κωνσταντινούπολης μπορεί να σηματοδότησε την έναρξη της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, πλην όμως το σημαντικότερο: οδήγησε στον κολοφώνα της αναγέννησης των αρχαίων ελληνικών σπουδών που μεταλαμπαδεύτηκε στην Ιταλία αρχικά καθώς και στην υπόλοιπη Ευρώπη στη συνέχεια. Πόλεις όπως η Βενετία, η Φλωρεντία, η Ρώμη κ.ά. άνοιξαν την αγκαλιά τους στους πρόσφυγες βυζαντινούς λόγιους που εγκαταστάθηκαν σε αυτές μεταφέροντας το πολύτιμο φορτίο της αρχαίας Ελλάδας, συμβάλλοντας έτσι στην ανάδειξη των νέων τάσεων κυρίως του ουμανισμού που έφερνε ο νέος αιώνας (15ος αιώνας).

Θρύλοι και παραδόσεις

Η Πύλη του Χαρίσιου από την οποία μπήκε στην Κωνσταντινούπολη ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής όπως είναι σήμερα. Υπάρχει στα δεξιά μαρμάρινη επιγραφή που υπενθυμίζει το γεγονός.

Ο τρόπος που θυσιάστηκε ο τελευταίος Αυτοκράτορας, καθώς και ότι δεν διασώθηκαν πληροφορίες για τις τελευταίες στιγμές του στο πεδίο της μάχης, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ποικίλους θρύλους με κυριότερο αυτόν του «μαρμαρωμένου βασιλιά» που περιμένει την στιγμή να ανακτήσει την Πόλη και την Αυτοκρατορία του.[45]

Μια λαϊκή χριστιανική παράδοση, αναφέρει ότι τη στιγμή που διέρρηξαν οι Τούρκοι την πύλη της Αγίας Σοφίας τελούνταν η θεία λειτουργία και ο ιερέας τη στιγμή που είδε τους μουσουλμάνους να ορμούν στο πλήθος των πιστών, εισήλθε και εξαφανίσθηκε μέσα στον τοίχο, πίσω από το Άγιο Βήμα, που άνοιξε μπροστά του κατά τρόπο θαυμαστό. Λέγονταν ότι όταν η Κωνσταντινούπολη θα επανέλθει στα χέρια των Χριστιανών, ο ιερέας θα βγει από τον τοίχο για να συνεχίσει την λειτουργία[46]. Ένας άλλος θρύλος λέει ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος στο ένα του χέρι είχε έξι δάχτυλα και αν βρεθεί κάποιος Έλληνας που έχει έξι δάχτυλα τότε θα ανακτήσει (ο Κωνσταντίνος) την Πόλη και την αυτοκρατορία του.

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Αμερικάνος ιστορικός Ε. Α. Γκρόσβενορ αναφέρει ότι στην συνοικία Αμπού Βέφα στην Κωνσταντινούπολη, υπήρχε ένας χαμηλός ανώνυμος τάφος τον οποίο οι Έλληνες τιμούσαν ως τάφο του Κωνσταντίνου και τον χρησιμοποιούσαν κρυφά ως τόπο προσευχής. Όμως η Οθωμανική Κυβέρνηση επενέβη εκείνη την εποχή επιβάλλοντας ποινές και ερημώνοντας το μέρος[46].

Η πρόσληψη της Άλωσης από την διεθνή και νεοελληνική ιστοριογραφία

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης του 1453 αποτέλεσε ένα από τα γεγονότα-ορόσημα της Παγκόσμιας Ιστορίας τα οποία σηματοδοτούσαν την μετάβαση από τη μεσαιωνική εποχή έως τους νεώτερους χρόνους, σύμφωνα και με την τριμερή διάκριση του Christoph Cellarius με το έργο του Historia Medii Aevi.[47]

Η πρόσληψη και ενσωμάτωση της Άλωσης από την ιστοριογραφία του 19ου αιώνα ακολουθεί την ενσωμάτωση του Βυζαντίου και της Βυζαντινής ιστορικής περιόδου. Οι ποϋποθέσεις αφομοίωσής της ήταν μεταξύ άλλων, η θρησκευτική της σημασία, κάτι που έβρισκε υποδοχές στην λαϊκή κουλτούρα. Μπορούσε να γίνει ένα απτό σύμβολο στα πλαίσια συγκρότησης της εθνικής ιδεολογίας. Έτσι γινόταν αντιληπτή ως πτώση της βασιλείας των Ορθοδόξων. Εθνικοποιείται επειδή η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε το πιο σημαντικό κέντρο της Ανατολής και επομένως κεντρικό σημείο στα πλαίσια της υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας.[48]

O Σπυρίδων Ζαμπέλιος στην εκτεταμένη εισαγωγή του στο έργο του Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος, δεν επικεντρώνεται στους εσωτερικούς παράγοντες παρακμής της αυτοκρατορίας, αλλά στην άπληστη καθολική Δύση, η οποία από το 1204 συνέβαλε στην παρακμή της αυτοκρατορίας. Τελικά η Θεία Πρόνοια επέλεξε τον Οθωμανό κατακτητή ώστε να σωθεί από τους Καθολικούς δυνάστες. Σε αυτό το σημείο συμφωνεί και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, χωρίς όμως να υιοθετεί και τη φιλοσοφική θεώρηση του Ζαμπέλιου.[49]

Διάφοροι άλλοι εκπρόσωποι της ρομαντικής ιστοριογραφικής τάσης, όπως ο Αλέξανδρος Πασπάτης, Κωνσταντίνος Σάθας, Σπυρίδων Λάμπρος, Αδαμάντιος Αδαμαντίου, Βασίλειος Μυστακίδης, Θεοδόσιος Βενιζέλος, Αθανάσιος Βερναρδάκης, Κωνσταντίνος Άμαντος εμπλουτίζουν το αντιδυτικό ερμηνευτικό τους σχήμα με αναφορές σε προδοτικές ενέργειες των Λατίνων (π.χ. η αλλαγή στρατοπέδου του Ουρβανού του τεχνίτη που κατασκεύασε το κανόνι, η βοήθεια των Γενουατών του Γαλατά στους Τούρκους, η λιποψυχία του Ιουστινιάνη). Οι ιστορικοί αυτοί επέλεγαν το λεγόμενο Majus χρονικό του Γεώργιου Σφρατζή -ένα συμπίλημα συνταγμένο στα 1573-1575 από τον Μακάριο Μελισσηνό- με έντονα θρησκευτικό χαρακτήρα και διαπνεόμενο από την αντίληψη πως ο Θεός κατευθύνει τις τύχες του κόσμου χρησιμοποιώντας τους ανθρώπους και ακόμα και τους Τούρκους για να εκπληρώσει τους σκοπούς του[50].

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


Μια άλλη εκδοχή για την Αλωση που προκαλεί αντιδράσεις, της Ελένης Αρβελέρ

Ένας Τούρκος γράφει για την Άλωση της Πόλης